Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2014

Έφη Σπύρου.. Straight forward..

Antivainin-by-Efi-Spyrou

Δεν την ήξερα, και για πρώτη φορά είδα δουλειά της στα Rooms 2012, στο ξενοδοχείο St. George Lycabettus  σε διοργάνωση της Kappatos gallery. Δεν είχαμε καν μιλήσει.Το έργο της ξεχώριζε μαζί με 2- 3 άλλα. Είχα γράψει τότε: “Μια ιδιαίτερη παρουσία ήταν αυτή η φωτισμένη κατασκευή κρεβατιού της Έφης Σπύρου σε επιμέλεια της Χάριτος Κανελλοπούλου. Το έργο αυτό είχε μια πολύ καλή φόρμα. Ήταν λιτό, σχεδόν μίνιμαλ και απέπνεε την αύρα ενός έργου που θα μπορούσε να είναι και του Λάππα. Ήταν ένα αξιοπρόσεκτο ασφαλώς έργο, αλλά διαφορετικό από τα υπόλοιπα της γενιάς του..”. Είχα σκεφτεί τότε πως αν έβλεπε ο Λάππας αυτό το έργο μπορεί και να ζήλευε αλλά που να το γράψω!

Είχα ακόμα αναλογιστεί: Κοίταξε που αυτή η κοπέλα κάνει ένα τόσο στιβαρό και δυνατό έργο, αποφεύγοντας τα στερεότυπα σχολιογραφικά έργα διαφόρων γυναικών, που τόσο έχουμε βαρεθεί ή τα ευαίσθητα χειροτεχνικά εργάκια επίσης.. και κατευθύνεται με τόσο ακριβοδίκαιη και στρέιτ φόρα σε ένα τέτοιο έργο- statement!! Μπράβο της!

 

ThomasSchütte Ήταν επίσης ένα έργο που θα μπορούσες να το δείς και ως φέρετρο ή και ως αναφορά στον σταυρό του Malevitch αλλά που το βάρος του συμβολισμού του αλάφραινε με το φώς, μετατρέποντας το σε ελαφριά ειρωνεία. . Ένα έργο ακόμα, (σαν και τα κατοπινά που έμελλε να δω αργότερα), που θύμιζαν κάτι ανάμεσα στα Big Buildings του 1989 του Thomas Schütte ή τις κατασκευές του Richard Artschwager ή που θα μπορούσαν να σταθούν δίπλα ακόμα και στο συγκλονιστικό έργο Double Bind που έκανε ο Juan Munoz  λίγο πριν πεθάνει  στην Tate Modern! Aυτά πιθανά ως επιρροές ή υποσυνείδητοι συνειρμοί, σε ένα έργο αυτόβουλο ωστόσο που έλαμπε -ούτως ή άλλως- από μόνο του!

munoz_tate

 

Μερικοί καλλιτέχνες δεν είναι φτιαγμένοι για σχόλια αλλά για “μεγάλες χειρονομίες”. Μια τέτοια περίπτωση είναι η Έφη Σπύρου. Δεν είναι τυχαίες οι παραπάνω αναφορές μου στους σημαντικότατους αυτούς Ευρωπαίους καλλιτέχνες, των τελευταίων δεκαετιών..Τα έργα της είναι σίγουρα ποιητικά, είναι σίγουρα εννοιακά και παιδευμένα στο ατελιέ, στο μυαλό της και στα “εντομολογικά” της προσχέδια και μελέτες. Είναι έργα που αφορμίζονται Richard Artschwagerτην αλήθεια τους από το βίωμα, –συνεπώς έντιμα μέχρι το κόκκαλο- που διηθούν το συναίσθημα για να αντικειμενοποιηθεί η ουσία τους και τέλος καταλήγουν να αποδώσουν την έννοια του υψηλού στην φόρμα. Μια φόρμα καθαρή, straight forward, ομιλητική, σημαίνουσα, δεικτική μερικές φορές, διαπεραστική σαν βουβός ήχος, καθαρός πόνος άλλοτε.

 

Τα videos της, ειδικά το "even such is time" με την εξάγωνη φόρμα όπου η εσωτερική πλέξη με “αρτηρίες” πάλλεται απελπισμένα, σαν καρδιά με συνεχείς εξαντλητικές προσπάθειες είναι κορυφαίο. Με χαρά μου παρουσιάζω ένα κείμενό της για το έργο της «13.12.1933» που αποτέλεσε ακόμα μια έκπληξη για μένα, μαζί με την συνολική προσωπικότητά της. Και φυσικά με αυτό δεν εννοώ τα συνήθη σχόλια για αυτήν του “πως ένα πανέμορφο διεθνές top model ζώντας για 15 χρόνια στις μητροπόλεις της τέχνης κάνει ένα σωρό σπουδές και γίνεται καλλιτέχνιδα αξιώσεων” αλλά για την εσωτερική της δύναμη, χάρη κι ωριμότητα που συνιστούν ακριβώς το εφαλτήριο για να κάνει τα έργα που έκανε και να είναι αυτό που είναι..

BED-LINE-3-e1360750304673

 tetraptyho

                                                                                                                                                 Της Έφης Σπύρου

Στο οπτικοακουστικό έργο «13.12.1933» προσπαθώ να φέρω αντιμέτωπο τον θεατή με το εύθραυστο της φύσης του σαν να είναι αυτό το μόνο μέσο συνειδητοποίησης της δύναμης και της συνέχειας του για ζωή.
Ο τίτλος «13.12.1933» εγκαινιάζει την συνύπαρξη των αντιθέτων, στοιχείο που διατρέχει εννοιολογικά όλο το έργο. Η ίδια ημερομηνία μπορεί να αναφέρεται στην γιορτή ή τον θρήνο, στην γέννηση ή τον θάνατο.
Η αρχετυπική φόρμα της σαρκοφάγου που βλέπουμε εδώ, λειτουργεί ως καθρέφτης με την διττή του έννοια, έτσι όπως την διατύπωσε ο Foucault ή ως σκιά με την διπλή δυνατότητα ανάγνωσής της.

Ο καθρέφτης είναι μία ουτοπία και μια ετεροτοπία ταυτόχρονα. « Ο καθρέφτης, – όπως λέει ο Foucault - αποτελεί μία ουτοπία αφού είναι ένας τόπος χωρίς τόπο... αλλά είναι εξίσου και μια ετεροτοπία, στον βαθμό που ο καθρέφτης υπάρχει στην πραγματικότητα και ταυτοχρόνως απουσιάζει μια αντανάκλαση της θέσης στην οποία βρίσκομαι. Χάρη στον καθρέφτη ανακαλύπτω την απουσία μου από το μέρος όπου βρίσκομαι καθώς βλέπω εκεί τον εαυτό μου». Η σαρκοφάγος- καθρέφτης αντανακλά το είδωλο του θεατή. Ο δεύτερος «βλέπει» τον εαυτό του και εν συνεχεία μέσα «από το βάθος αυτού του χώρου» επιστρέφει στον εαυτό του «τοποθετώντας» τον στο σημείο το οποίο βρίσκεται. Η σαρκοφάγος- καθρέφτης είναι με άλλα λόγια ένα εργαλείο αυτοσυνειδησίας.

13.12.1933-wb3

H διττή δυνατότητα ανάγνωσης της σκιάς. Η σκιά λειτουργεί στο έργο όπως το είδωλο, ως αντανάκλαση (μεταφορά) που συλλαμβάνει και αναπαριστά την ταυτότητα του σώματος, αλλά και ως επέκτασή (μετωνυμία) που συγκαθορίζει την πραγματικότητά του.
Στον γνωστό μύθο του Νάρκισσου, ο νέος ανακαλύπτει στην επιφάνεια του νερού την σκιά του. Την ερωτεύεται και παγιδεύεται σε αυτήν. Ο καθρέφτης της υδάτινης επιφάνειας εγκλωβίζει τον Νάρκισσο, όχι όμως για πολύ. Ο αέρας ταράζει την επιφάνεια της λίμνης και δημιουργεί αλλεπάλληλα ρυτιδιασμένα προσωπεία. Μέσα από αυτά ο Νάρκισσος ανακαλύπτει τον βιασμό του προσώπου του, ανακαλώντας στην μνήμη του τον βιασμό της μάνας (Λεριόπης) από τον πατέρα (Κηφισό) και συνειδητοποιεί την φθαρτότητα της ανθρώπινης φύσης του. Με τρόμο και φρίκη μπροστά στον προάγγελο του θανάτου (την ρυτιδιασμένη του σκιά) ο Νάρκισσος χάνεται στο νερό και ξαναβρίσκεται. Πεθαίνοντας αναγεννιέται σε μια νέα εικόνα.

Triptych May-Junes, Bacon 1973                                                                     

Ο θεατής του «13.12.1933» ως «νέος», ως άλλος Νάρκισσος, συναντά μέσα από την προβολή στην σαρκοφάγο, την σκιά του. Πρόθεση του έργου δεν είναι ούτε να τον παγιδεύσει στην εικόνα του, ούτε να ενεργοποιήσει τον φόβο για νεκροφάνεια [5], τον φόβο του θανάτου έτσι όπως έκαναν τα ρυτιδιασμένα πρόσωπα/προσωπεία του Νάρκισσου στον μύθο. Πρόθεση του έργου είναι να φέρει, σε ένα πρώτο επίπεδο τον θεατή, αντιμέτωπο με τον εαυτό του και την θνητή του πλευρά. Σε ένα δεύτερο όμως επίπεδο, μέσα από την βοήθεια του υγρού στοιχείου [6] επιθυμεί να τον καταδύσει σε ένα συναισθηματικό και νοητικό ταξίδι «βάθους» και να τον βγάλει στην όχθη πιο δυνατό και γεμάτο ζωή.
«Η θάλασσα ζει, ανασαίνει, ανεβοκατεβαίνει, κυματίζοντας σαν μια ταραγμένη μήτρα. Αν κανείς τολμήσει να αφεθεί, κερδίζει την ευδαιμονία της δεύτερης γέννησης»[7].

Το Κενοτάφιο του Νεύτωνα. Την ίδια διαδρομή, από το σκοτάδι στο φώς προτείνει και ο Étienne-Louis Boulleé , αρχιτέκτονας του 18ου αιώνα, στο ουτοπικό του σχέδιο για το «Κενοτάφιο του Νεύτωνα»[8].
Ο Boulleé ψάχνει ανάμεσα στις σκιές, για να προτείνει μία «σαβανωμένη αρχιτεκτονική» όπως αυτή των αιγυπτιακών τάφων. Στο σχέδιό του μια τεράστια σφαίρα, που αγγίζει το έδαφος, απλή και τέλεια, με στηρίγματα που σχηματίζουν ένα ιδεατό ισόπλευρο τρίγωνο, μεταφέρει το σχήμα μιας ουτοπικής πόλης σε ένα μόνο ταφικό κτίσμα.
Η εικόνα συνδιαλέγεται με το έργο «13.12.1933» σε πολλά σημεία. Και τα δύο έργα προτείνουν έναν χώρο εκτός της ύπαρξης του χρόνου. Η σιωπή και η ηρεμία και στις δύο κατασκευές, μέσα από την απλότητα της γεωμετρίας, προαγγέλλουν έναν κόσμο γαλήνης και ηρεμίας. Μέσα από τον διάλογό τους με το σκοτάδι, τον θάνατο, την σκιά, καθίσταται δυνατή η παρουσία του φωτός, της ζωής.


Boullée_-_Cénotaphe_à_Newton_-_Coupe

Το «Κενοτάφιο [9] του Νεύτωνα» χρησιμοποιεί το φώς, όπως αντίστοιχα χρησιμοποιείται το νερό στο έργο «13.12.1933». Και τα δύο στοιχεία της φύσης, δίνουν ζωή σε δύο σκοτεινούς χώρους, χώρους θανάτου. Το φως από την μία, φωτίζοντας, ξορκίζει το σκοτάδι. Έτσι όπως το νερό, από την άλλη, μετατρέπει τον φορέα θανάτου σε ηχείο ζωής, σε ένα αντηχείο.
Στον «Ναό του Θανάτου», ο Boulleé μορφοποιεί μια αρχιτεκτονική - μνημείο για τον θάνατο. Το κτήριο, «μισοθαμμένο, συμπιεσμένο στις αναλογίες του..» με υλικά που απορροφούν το φως, « …σαν να δέχεται μεγάλο βάρος από επάνω», μιμείται όχι ένα σώμα όρθιο αλλά ένα σώμα που κείται, ένα σώμα νεκρό, το οποίο απεικονίζεται στο έδαφος [10].

triptych bacon 3

Το έργο “Triptych March” του 1973, του Francis Bacon, ανακαλείται στην μνήμη [11]. Η κεντρική φιγούρα στο έργο κυριολεκτικά πιέζεται προς τα κάτω από την κρεμαστή λάμπα [12] . Το σώμα συμπιεσμένο, κατακερματισμένο δεν έχει σκιά, γίνεται το ίδιο μια σκιά. [13] Στο “Triptych” του 1974 «η ζωή φαίνεται να στραγγίζει αισθητά …» στην σκοτεινή σκιά στο έδαφος.
Αντίστοιχα ο «αρνητικός χώρος» του Boulleé βασίζεται στην σκιά της φύσης και όχι στην ζωντανή εκδοχή της. Ο ίδιος εξομολογείται:
«Τα δέντρα, ζωγραφισμένα με τις σκιές τους στο έδαφος, μου έκαναν την πιο ισχυρή εντύπωση. Αυτή η εικόνα μεγάλωσε στη φαντασία μου. Μετά είδα καθετί που ήταν το πιο σκοτεινόχρωμο στη φύση. Τι είδα; Μια μάζα αντικειμένων απορροφημένη στο σκοτάδι απέναντι σε ένα ωχρό φως. Η φύση φαινόταν να προσφέρει τον εαυτό της στο βλέμμα μου φορώντας πένθιμα ρούχα. Κλονισμένος από τα συναισθήματα που ένιωσα, δέσμευσα τον εαυτό μου από τότε και στο εξής να το εφαρμόσω στην αρχιτεκτονική» [15]
Η σκιά ή «ομοίωμα» όπως το ονόμασε ο Boulleé, προεικονίζοντας την εξαφάνιση του σώματος στο σκοτάδι, ήταν το στοιχειωμένο «διπλό» για τον ίδιο και το μοντέλο για μίμηση στην αρχιτεκτονική του.
«Ο διπλασιασμός του διπλού [16]: ένα παιχνίδι μεταξύ της αρχιτεκτονικής (ως τέχνη μίμησης, ειδώλου) και του θανάτου (που απεικονίζεται στο διπλό) [17].

Etienne-Louis-Boullee                                                       Etienne-Louis Boullée, Κενοτάφιο του Νεύτωνα, 1785

Άλλωστε το παιχνίδι της τέχνης είναι ένα παιχνίδι μεν θανάτου [18], το οποίο υπονοεί τον θάνατο στην ζωή, αλλά είναι και ένας τρόπος σωτηρίας.
Ο Bacon παντρεύει το ζωντανό σώμα με τον θάνατο εφόσον ο θάνατος βιώνεται μέσα από την εμπειρία του σώματος. Δεν είναι ένα γεγονός που έρχεται μετά το τέλος του σώματος αλλά είναι μια κατάσταση που καραδοκεί μέσα από την εμπειρία του σώματος [19]. Τα βίαια όμως πορτραίτα θανάτου αποκαλύπτουν αν όχι την ζωή, την αστείρευτη θέληση για ζωή.
Το έργο «13.12.1933» δεν χαρακτηρίζεται ως ένα έργο θανάτου (Boulleé) ούτε ως ένα έργο απώλειας του εαυτού (Bacon). Υιοθετεί έμμεσα ή άμεσα στοιχεία που διαπραγματεύονται την έννοια του θανάτου και οδηγούν τον θεατή πέραν αυτού.
Η σαρκοφάγος μέσα από την ελαφρότητα του υλικού της και την διατήρηση του όγκου της [20] αναδύεται και ακροβατεί στην μεταλλική κατασκευή σε αντίθεση με το συμπιεσμένο και μισοβυθισμένο κτίσμα του Boulleé, ή τις κατακερματισμένες και συμπιεσμένες φιγούρες του Bacon. Το «ομοίωμα» του Boulleé προεικονίζει την εξαφάνιση του σώματος στο σκότος όπως η απορρόφηση της σωματικής εμπειρίας του Bacon προεικονίζει τον θάνατό του. Αντιθέτως η γλυπτική κατασκευή σε διάλογο με τον ήχο του νερού, προμηνύει την εμφάνιση του εαυτού στην μέρα - μέσα από μια διαδρομή από το ασυνείδητο, - το κρυφό και το σκοτεινό -, στο συνειδητό, στο φως [21].
Απογυμνωμένη η κατασκευή δε από διακοσμητικά στοιχεία δεν εκφράζει τον θρήνο των ζωντανών νεκρών (Boulleé) αλλά την γυμνότητα, την αγωνία και τον πόνο, ίσως… που αυτή η διαδρομή προϋποθέτει για τον θεατή. Ο πόνος από την μία μπορεί να φτάσει να γίνει «μια καταραμένη γλύκα, βρομερή…» η οποία μετέπειτα μεταβάλλεται «… σε ηδονή, σε μια αληθινή ηδονή…» κατά τον Dostogievsky [22].
Η γυμνότητα και η αγωνία όμως από την άλλη όπως και η μοναξιά είναι «άσβεστα» άγχη της ύπαρξής μας [23]. Η θέση της κατασκευής και ο μονοχρωματισμός της, τονίζει την μοναξιά και απομόνωση της ανθρώπινης ύπαρξης στο ταξίδι αυτοσυνειδησίας . Η επικλινής θέση της σαρκοφάγου παραπέμπει στις επικλινώς ακουμπισμένες άδειες κορνίζες, στις φωτογραφίες του Duane Michals [24], τεκμήριο μιας εύθραυστης και αδύναμης ύπαρξης.

Duane Michals Joseph Cornell 1972                                                                   Photo: Duane Michals, Joseph Cornell, 1972


Το ξέθωρο χρώμα της σαρκοφάγου [25] μεταφέρει τον θεατή στο χρωματικό κενό το οποίο περιβάλλει τις μορφές του Bacon, στους γκρι τόνους που λούζουν τα πορτραίτα του Joseph Cornell ή έτσι όπως αποτυπώθηκαν από την φωτογράφο Duane Michals [26]  .
Επιπλέον, η θέση [27] στην οποία καλείται ο θεατής να καταλήξει μετά από μια διαδρομή γύρω από την σαρκοφάγο, εντείνει αυτό το αίσθημα της μοναξιάς. Ενώ εισέρχεται σε ένα πιθανόν ευχάριστο χώρο ή τουλάχιστον ουδέτερο [28], όπου ενδεχομένως να συνυπάρχει με άλλες παρουσίες - επισκέπτες, καλείται να ενταχθεί σε έναν χώρο περιοριστικό, ίσως δυσάρεστο και ψυχρό [29].
Οι κυματισμοί όμως του νερού δίνουν μια ανάταση στο βαρύ και δυσάρεστο συναίσθημα. Τα ανοιχτά φύλλα της σαρκοφάγου δεν κλείνουν τον θεατή στο σκοτάδι αλλά προσφέρουν ως ανοιχτό παράθυρο ένα άνοιγμα διαφυγής και ανακούφισης από την καταπτωτική απορρόφησή του στον κόσμο [30]. Η δυνατότητα περιήγησής του μέσα και έξω από το έργο, μπροστά και γύρω από το έργο, του εξασφαλίζουν την ασφάλεια που χρειάζεται για να δει καθαρά την δύναμη της ύπαρξής του και όχι την τρωτότητα και αδυναμία.
Μέσα από την άμπωτη και παλίρροια των αντιθέτων δημιουργείται ένα αίσθημα ναυτίας στον θεατή. Αυτή όμως η συνθήκη τον οδηγεί σε έναν ενδιάμεσο χώρο, άχρονο όπου προσκαλείται να βιώσει έναν άλλο θάνατο και μιαν άλλη γέννηση από αυτήν που του όρισε μία ημερομηνία.

Links http://efispyrou.com/

2008-3X4X264-e1360751339241

          “…Days gone by fall behind us, a gloomy line of snuffed-out candles; the nearest are smoking still, cold, melted, and bent”

Σημειώσεις

4 Στο έργο του Francis Bacon “Triptych March 1974” η σκιά της φιγούρας «δεν είναι αναπαράσταση αλλά μέρος της πραγματικότητας της». Βλ. Bacon, σελ.85 και Figure 6                                                                                                                 5 Ο φόβος για την νεκροφάνεια προκύπτει, σύμφωνα με τον Freud, από την μετατροπή της φαντασίωσης της ενδομήτριας ζωής
6 Ο ήχος του νερού ξεπροβάλλει κάτω από την μεταλλική κατασκευή με κατεύθυνση προς την επιθυμητή θέση για τον θεατή. Σημείωση 28 και Figure 8Β. Σημαντική η αναφορά της διττής ιδιότητας του νερού να καταστρέφει αλλά και να δίνει ζωή. Ένα φονικό όπλο γέννησης
7 Βλ. Ρηγοπούλου, σελ.76
8 Βλ. Ρηγοπούλου, σελ.166 και Figure 5                                                                                                                                       9 Κενοτάφιο: (κενός + τάφος) άδειος τάφος-μνημείο προς τιμήν κάποιου. Το «13.12.1933» ένα κενοτάφιο που δοξάζει την ανθρώπινη ύπαρξη.                                                                                                                                                                                         10 Βλ. Vidler, σελ.171
11 Bλ. Figure 6
12 Ο Bacon ανατρέπει την χρήση του οπτικού εργαλείου της λάμπας και του καθρέφτη. Η λάμπα δεν φωτίζει σχεδόν ποτέ τα επίπεδα σώματα και ο καθρέφτης δεν αντανακλά όπως συνήθως την σκιά τους
Post Gravity 13 Έχω σκιά, είμαι ζωντανός. Είμαι σκιά, είμαι νεκρός. Βλ. Bacon
15 Βλ. Vidler, σελ.170
16 H επανάληψη του ίδιου πράγματος όπως διατυπώθηκε από τον Freud
17 Βλ. Vidler, σελ.170
18 Η τέχνη ως το «διπλό» της πραγματικότητας «αποτελεί μια εικόνα θανάτου» (ερμηνεία της Sarah Kofman στην ανάλυσή της για “Tο Aνοίκειο” του Freud) Βλ. Vidler, σελ. 171
19 Bλ. Bacon
20 Μέσα από την μετάλλαξη της σαρκοφάγου σε κουτί συσκευασίας προβάλλει μία επιπλέον αφήγηση. Τα κουτιά συσκευασίας είναι στην αρχική τους μορφή επίπεδα. Στην συνέχεια αναδιπλώνονται για να εγκολπώσουν στο σώμα τους ένα αντικείμενο, το οποίο προστατεύουν μεταφέροντάς το από ένα σημείο σε άλλο. Η σαρκοφάγος μεταμορφώνεται από ένα επίπεδο αντικείμενο που δεν φέρει κάτι, σε έναν μητρικό σάκο ο οποίος κυοφορεί τον «τόκο εν τω καλώ». Ο τόκος γεννάται μέσα από ένα «φονικό βάθος» έτσι όπως ο νάρκισσος αναγεννιέται μέσα από τον θάνατό του. Έτσι όπως ο θεατής αναμένεται να αναδυθεί μέσα από την επαφή του με το έργο.
21 Αυτή την διαδρομή ακολουθούν τα emballages ή τα αντικείμενα της χαμηλότερης θέσης (lowest rank) του Kantor. Αναδύονται στο φως με βάση την κρυφή λειτουργία τους και όχι τα φυσικά τους χαρακτηριστικά Bλ. Kantor
22 Τζιρτζιλάκης Γιώργος. Έξι σχόλια στη γλυπτική της Μαρίας Λοϊζίδου. Έκθεση Dark rooms, 2012
23 Βλ. Freud, σελ.66
24 Φωτογράφο της δεκαετίας του 70, Duane Michals Βλ. Figure 7
25 Η σαρκοφάγος ως ένας χώρος που δέχεται το σώμα βλ.σημ.24
26 Βλ. Chadwick και Figure7
27 Ο θεατής έρχεται αντιμέτωπος με την πλάτη της γλυπτικής κατασκευής και οδηγείται από την προοπτική των γραμμών της και τον ήχο σε μια συγκεκριμένη θέση στο μπροστινό μέρος του έργου. Εκεί βρίσκεται η πιο δυνατή πηγή του ήχου και εκεί ξεκινάει το ταξίδι αυτοσυνειδησίας μέσα από την σαρκοφάγο-κάτοπτρο.
28 Οικείο χώρο, φιλικό, άνετο (χώρος πολιτιστικός κάλ.)
29 Η προέκταση των γραμμών της σαρκοφάγου και της μεταλλικής κατασκευής κλείνουν τον εκάστοτε θεατή σε ένα τρίγωνο μίας θέσης προκαλώντας αισθήματα ανησυχίας και δυσφορίας (ο επονομαζόμενος εγκλωβισμός της αναγεννησιακής προοπτικής;) Αισθήματα «ανοίκεια» κατά τον Freud.
30 Μάρτιν Χάιντεγκερ, Είναι και Χρόνος. Δωδώνη, Αθήνα 1978, σελ.305. Βλ. Ρηγοπούλου

Βιβλιογραφία

4. Ιστοσελίδα: http://biennale1.thessalonikibiennale.gr/pdf/MICHEL_FOUCAULT_HETEROTOPIAS_GR.pdf
5. Ernst van Alphen. Francis Bacon and the Loss of Self. London, Reaktion Books (1992; reprinted 1998); Cambridge MA, Harvard University Press (1993)
6. Ρηγοπούλου Πέπη Ο νάρκισσος. Στα ίχνη της εικόνας και του μύθου. Εκδόσεις Πλέθρον, Αθήνα 1994
7. Anthony Vidler. The Architectural Uncanny: Essays in the Modern Unhomely. Cambridge, Mass: MIT Press, 1992)
8. Sigmund Freud. (μετ. Έφη Βαϊκούση). Το ανοίκειο. Πλέθρον, Αθήνα 2009
9. Whitney Chadwick (Editor). Mirror Images: Women, Surrealism, and Self-Representation. 1998

Τρίτη, 7 Ιανουαρίου 2014

Το ART NOISE στο Amagi radio για την Τέχνη στην μπλογκόσφαιρα, ανασκόπηση χρονιάς, νέες τάσεις κλπ.

Δύο χρόνια ακριβώς, μετά την δημιουργία του Art Noise, ένας αναστοχασμός και μια περιήγηση πάνω στο τι και το πως της ωραίας αυτής περιπέτειας,  μια εκτενής, επίσης στοχευμένη συζήτηση πάνω στα δρώμενα της τέχνης και μια κριτική ματιά πάνω σε φλέγοντα θέματα του χώρου μας αποτέλεσε αυτή η δίωρη συνέντευξη που δώσαμε στην ιστορικό τέχνης Μαριλένα Κασιμάτη πριν δύο μέρες.. Συζητήσαμε φυσικά για τις προτεραιότητες και την ιδιαιτερότητα του art noise, τα σημαντικότερα θέματα που αναδείξαμε, τις δημοφιλέστερες αναρτήσεις, ενώ μιλήσαμε επίσης για την Τέχνη στην μπλογκόσφαιρα, τα περιοδικά τέχνης στην Ελλάδα, την σχέση κρίσης-τέχνης. Επίσης, σχολιάσαμε τις πρόσφατες μπιενάλε, τις σημαντικότερες εκθέσεις του περασμένου χρόνου, τις νέες διεθνείς τάσεις και πολλά άλλα στην εκπομπή της "Οι Λίστες των Τεχνών" στο amagi web radio. Την μουσική επιμέλεια έκανε ο Βασίλης Παπαδημητρίου και την τεχνική επιμέλεια ο Γιώργος Κυριαζής. Καλή σας ακρόαση!


Πέμπτη, 2 Ιανουαρίου 2014

Έχει λύσεις το underground κίνημα των ’70s για την σημερινή κρίση;

60's2

 

Ναι..Ήταν η εποχή της αμφισβήτησης, της κοινωνικής εξέγερσης, της ελευθεριότητας, του ροκ, της ανυπακοής, του χιππισμού, της ανάδυσης των ρευμάτων  εναλλακτικότητας, της οικολογίας, του φεμινισμού, της μοντερνιστικής ρωγμής στην τέχνη, της ανατρεπτικής έκφρασης στο θέατρο, του πειραματισμού στο σινεμά και την μουσική, η εποχή της τζαζ, των drugs, των ξέφρενων πάρτυ, του εσωτερισμού και της ανατολικής σκέψης… και τόσων άλλων! Στην σημερινή εποχή που γίνονται άρδην αναπροσδιορισμοί σε αξίες αλλά και ιδέες  μια ματιά σε εκείνη την υπεργόνιμη εποχή αποκτά ένα νέο, επίκαιρο ενδιαφέρον!!

Γιατί σήμερα ζούμε υποχρεωτικά, όσα εκείνοι αναζήτησαν συνειδητά.. Ανταλλακτικά και χαριστικά παζάρια ρούχων, επαναξιολόγηση της αλληλεγγύης, του ακερδούς, της αυτοοργάνωσης, της ρομαντικής αξίας, του εθελοντισμού, της ατομικής φιλευσπλαχνίας, της νέας συλλογικότητας της βάσης..Κι όλα αυτά γιατί κακά τα ψέματα..Ευτυχώς (ή δυστυχώς για άλλους) η επιστροφή στον στρασάτο γκλαμουροπαράδεισο και στο καταναλωτικό του ξεσάλωμα δεν προβλέπεται για πολλά πολλά χρόνια ακόμη..

Έτσι, παράλληλα με την δεδομένη κατά καιρούς τάση του art noise να ψηλαφίσει τις ρίζες του ελληνικού underground όπως επίσης την ελληνική και διεθνή street & graffiti art διαλέξαμε μια επιλεκτική, ενδιαφέρουσα περιήγηση σε διάφορα underground έντυπα που έκανε ο Βλάσσης Ρασσιάς και την αναδημοσιεύουμε με συνοδεία pop αλλα και ψυχεδελικών αφισών της εποχής. Η έρευνα, επιχειρεί  να παρουσιάσει όσο το δυνατόν περισσότερα έντυπα από τον αχανή ουρανό του «υπόγειου τύπου» των δεκαετιών 1960, 1970 και 1980 την θεματολογία, τον εντελώς αντισυμβατικό τρόπο που λειτούργησαν αλλά και τις λυσσαλέες επιθέσεις που δέχτηκαν από το κατεστημένο της εποχής που τους απείλησε μέχρι και με ισόβιες ποινές! Ναι, ναι .. η ελευθερία έκφρασης ειδικά στον underground Τύπο κατακτήθηκε με πολύ κόπο και αγώνες κι ας ακούγεται σαν ξύλινο σύνθημα...

Για να δούμε τι επιφυλάσσουν οι δικές μας μέρες ακόμα.. οι μέρες που άνθρωποι σαν τον Snowden ζουν ακόμα σε transit γιατί τόλμησαν να υψώσουν την φωνή τους στο δικαίωμα της ιδιωτικότητας και του ασύλου της ατομικής έκφρασης..

60's3

                                                                                                                                                Του Βλάση Γ. Ρασσιά

                                   «MAINMISE» («ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ», 1970 - 1978)

Αντεργκράουντ γαλλόφωνο περιοδικό του Κεμπέκ (Quebec) του Καναδά, μέλος του «Συνδικάτου Υπόγειου Τύπου» («Underground Press Syndicate», UPS) που ίδρυσαν οι Linda Gaboriau, Christian Allegre, Jean Basile Bezroudnoff, Kenneth Chalk, Georges Kahl και Denis Vanier. Το πρώτο τεύχος του περιοδικού κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1970, αυτοσυστηνόμενο ως «Organe québécois de la pensée magique».
Η θεματογραφία του «Mainmise» περιστρεφόταν γύρω από την κλασική «Αντικουλτούρα», την κοινωνική επανάσταση, την μουσική ροκ, την ουτοπία, τους εναλλακτικούς τρόπους ζωής, τα ευφορικά και τα παραισθησιογόνα, το ελεύθερο σχολείο, την οικολογία, το γυναικείο κίνημα, την μαγεία και την ελεύθερη σεξουαλικότητα, ενώ το κάθε τεύχος του φιλοξενούσε σχεδιοϊστορίες των μεγάλων αντεργκράουντ δημιουργών (Greg Irons, Robert Crumb, Ron Cobb, Trina, Corben, S. Clay Wilson, Jeff Jones, Guynard, M. Pouliot, Baloune, κ.ά.) σε αναδημοσίευση από αμερικανικές αλλά και ευρωπαϊκές αντεργκράουντ εφημερίδες.
Σε αναδημοσίευση από την «Georgia Straight» του Βανκούβερ, το «Mainmise» φιλοξένησε και τις γνωστές αντεργκράουντ σχεδιοϊστορίες του ο Ραντ Χολμς (Rand Holmes, 1942 - 2002) με πρωταγωνιστή τον μακρυμάλλη, ερωτύλο, κανναβικό και περιθωριακό «Harold Hedd», ενώ τα τελευταία 5 χρόνια του βίου του έγινε το αποκλειστικό όργανο έκφρασης των αντεργκράουντ σχεδιαστών του Μοντρεάλ.
Το περιοδικό φιλοξένησε επίσης κείμενα των Raymon Lavallée, Buckminster Fuller, Marshall McLuhan, L. Clark Steven, Timothy Leary, Alan Watts, κ.ά. και έκλεισε τελικά το καλοκαίρι του 1978 αφήνοντας πίσω του μία ακόμη αντεργκράουντ εποποϊα 78 τευχών. Στην διάρκεια της ζωής του, το «Mainmise» πήρε διάφορες μορφές και σχήματα, αρχικά είχε μικρό («digest») μέγεθος σε φθηνό χαρτί, που αργότερα εξελίχθηκε σε τετράχρωμες εκτυπώσεις σε λευκό χαρτί, και εν συνεχεία μεγάλωσε σε διαστάσεις κανονικού περιοδικού για να καταλήξει στα δύο τελευταία χρόνια σε ταμπλόϊντ εφημεριδίστικο σχήμα.

                                                                                «ΟΖ» (1967 - 1973)

   Αγγλικό αντεργκράουντ ψυχεδελικό και χίπικο περιοδικό, που εξέδιδαν στο Λονδίνο οι Αυστραλοί Ρίτσαρντ Νεβίλ (Richard Neville, 1941 - ), Τζιμ Άντερσον (Jim Anderson, 1937 - ), Μάρτιν Σαρπ (Martin Sharp, 1942 - ) και αργότερα ο Φήλιξ Ντένις (Felix Dennis, 1947 - ).
Ξεκίνησε να εκδίδεται από τους φοιτητές Νεβίλ, Ρίτσαρντ Ουώλς (Richard Walsh) και Μάρτιν Σαρπ, ως σατιρικό περιοδικό την πρωταπριλιά του 1963 στο Σίδνεϋ (Sydney) της Αυστραλίας, όπου συνέχισε μέχρι το 1969, έχοντας ωστόσο στο ιστορικό του μία δίκη για παραβίαση του νόμου περί «ασέμνου» το 1964. Το 1967 οι Νεβίλ και Σαρπ μετέφεραν τον τίτλο στο Λονδίνο, ιδρύοντας ένα διαφορετικό «ΟΖ», με «ψυχεδελικό και χίπικο» προσανατολισμό, το οποίο εξελίχθηκε, όπως και το «International Times» ή «ΙΤ», σε ναυαρχίδα της λονδρέζικης αντικουλτούρας μέχρι το 1973 που κυκλοφόρησε το τελευταίο τεύχος του.

Μέσα από τις εκπληκτικές σε ομορφιά όφσετ σελίδες του που συνέθετε ο Σαρπ, παρέλασαν μεγάλα ονόματα της αντικουλτούρας της εποχής, όπως λ.χ. οι Αυστραλές συγγραφείς Ζερμαίν Γκρηρ (Germaine Greer, 1939 - ) και Λίλιαν Ρόξον (Lillian Roxon, 1932 - 1973), ο επίσης Αυστραλός κινηματογραφιστής Φίλιπ Μόρα (Philippe Mora, 1949 - ), ο επίσης Αυστραλός ποιητής, φιλόσοφος και καρτουνίστας Μάϊκελ Λιούνιγκ (Michael Leunig, 1945 - ), ο Ιταλός αναρχικός συγγραφέας και ποιητής Άντζελο Κουατρότσι (Angelo Quattrocchi, 1945 - 2009), ο τροτσκιστής δημοσιογράφος και συγγραφέας Νταίηβιντ Ουϊντζερυ (David Widgery, 1947 – 1992), ο φωτογράφος Ρόμπερτ Ουϊτέηκερ (Robert Whitaker, 1939 - ), κ.ά.

Η εκπληκτική σε ομορφιά τέχνη του Σαρπ, γνωστού και ως δημιουργού των εξωφύλλων δύο δίσκων του rock συγκροτήματος «Cream», άφησε εποχή στον «ψυχεδελικό» Τύπο της δεκαετίας του 1960, το δε 16ο τεύχος του «ΟΖ» με τίτλο «Magic Theatre», από κοινού έργο των Σαρπ και Μόρα, έμεινε στην Ιστορία ως το μεγαλύτερο αριστούργημα που παρήγαγε σε όλη την διαδρομή του ο βρετανικός αντεργκράουντ Τύπος.
Το λονδρέζικο «ΟΖ», που ενόχλησε σοβαρότατα το βρετανικό κατεστημένο της εποχής, όχι μόνο για τις προχωρημένες θέσεις του για το σεξ, τα ψυχοδηλωτικά και τους εναλλακτικούς τρόπους ζωής, αλλά και για τις στενά πολιτικές τοποθετήσεις του (καταγγελία του πολέμου στο Βιετνάμ, καταγγελία της δικτατορίας στην Ελλάδα για βασανιστήρια, κ.ά.)  αντιμετώπισε και αυτό δίωξη για «άσεμνα» δημοσιεύματα το έτος 1971. Όπως και στην περίπτωση της δίκης του 1964, οι εκδότες καταδικάστηκαν σε βαρύτατες ποινές, αλλά αθωώθηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ανοίγοντας ωστόσο μια τεράστια συζήτηση στην αγγλική κοινωνία για το τι είναι πραγματικά σεμνό και τι άσεμνο.

Την αφορμή για την δίωξη έδωσε το τεύχος 28 με τίτλο «Τhe Schoolkids Issue», που κυκλοφόρησε τον Μάϊο του 1970 γραμμένο δίχως την ελάχιστη παρέμβαση των εκδοτών από 20 μαθητές γυμνασίου, ανάμεσα στους οποίους και ο Ντέϋαν Σούντγικ (Deyan Sudjic), μετέπειτα αρχιτέκτονας και διευθυντής του «Design Museum» του Λονδίνου. Δύο μήνες μετά, η αντιδραστική «Βρετανική Δίωξη Ασέμνων» («Obscene Publications Squad») σφράγισε τα γραφεία του περιοδικού στο Holland Park και έστειλε άμεσα την υπόθεση στον εισαγγελέα με την εξωφρενική μάλιστα κατηγορία της «συνομωσίας για διαφθορά των δημοσίων ηθών», νομικό απομεινάρι της πουριτανικής εποχής που ανέβαζε το υποτιθέμενο παράπτωμα σε επίπεδο κακουργήματος με προβλεπόμενη ποινή ισόβια κάθειρξη!

Η πολύκροτη δίκη των «κακούργων» Νεβίλ, Άντερσον και Ντένις, η σοβαρότερη στην νομική Ιστορία της Βρετανίας για ζήτημα «ηθικής», έγινε τον Ιούνιο του 1971 στο φρούριο του «Old Bailey» και στην έναρξή της ο συνήγορος και θεατρικός συγγραφέας Τζων Μόρτιμερ (John Mortimer, 1923 – 2009) προειδοποίησε ότι «η υπόθεση αποτελεί ένα κρίσιμο σταυροδρόμι για την ελευθερία της έκφρασης», ενώ έξω από τα δικαστήρια διαδήλωνε ένα μεγάλο πλήθος φίλων της αντικουλτούρας, ανάμεσα στους οποίους και οι Λέννον και Όνο (John Lennon, Yoko Ono), που είχαν επιπρόσθετα αρχίσει εκστρατεία αλληλεγγύης και οικονομικής κάλυψης των κατηγορουμένων.
Ο Μικ Φάρεν σε διαδήλωση υπέρ των εκδοτών του "ΟΖ"

Τελικά οι τρείς κατηγορούμενοι (που έμειναν στην Ιστορία και ως «Οι τρείς του ΟΖ», «Τhe Oz Three»), που προσπάθησαν αρκετές φορές να αντιδράσουν χιουμοριστικά στην δύσκολη θέση τους, σε μία περίπτωση μάλιστα εμφανίστηκαν φορώντας ποδιές μαθητριών, αθωώθηκαν μεν για την «συνομωσία», καταδικάστηκαν όμως για δύο ελαφρότερες κατηγορίες περί «ασέμνων» σε φυλάκιση. Οι Νεβίλ και Άντερσον καταδικάστηκαν σε 15 μήνες φυλάκιση χωρίς δικαίωμα εξαγοράς, ενώ ο Ντένις σε λιγότερους, επειδή ο δικαστής Αργκάϋλ (Michael Argyle) τον έκρινε «κατά πολύ λιγότερο έξυπνο από τους άλλους δύο». Αμέσως μετά την ανάγνωση των ποινών, οι τρεις εκδότες οδηγήθηκαν στις φυλακές Wormwood Scrubs, όπου τους κούρεψαν «με την ψιλή» για να τους εξευτελίσουν.
Στην δευτεροβάθμια δίκη ωστόσο, στην οποία οι τρεις κατηγορούμενοι εμφανίστηκαν φορώντας μακριές περούκες, οι κατηγορίες έπεσαν και διατάχθηκε η αποφυλάκισή τους από τις φυλακές Wandsworth όπου είχαν μεταφερθεί. Ο θρησκόληπτος δικαστής Αργκάϋλ είχε δηλώσει ότι θα ‘πρεπε να είχαν καταδικαστεί «σε 12 – 15 χρόνια καταναγκαστικά έργα»!


    «OPEN CITY» («ΑΝΟΙΚΤΗ   ΠΟΛΗ», 1967 - 1969)

Εβδομαδιαία αντεργκράουντ εφημερίδα που εξέδωσε από τον Μάϊο του 1967 έως τον Απρίλιο του 1969 στο Λος Άντζελες ο δημοσιογράφος Τζων Μπράϊαν (John Charles Bryan, 1934 – 2007, που από τον Νοέμβριο του 1964 έως τον Μάρτιο του 1965 είχε εκδώσει στο Σαν Φραντσίσκο το ταμπλόϊντ «Open City Press» και μετά είχε συνεργαστεί με τον Αρτ Κάνκιν, Art Kunkin, στην αντεργκράουντ εφημερίδα του Λος Άντζελες «Los Angeles Free Press»).

 

Η θεματογραφία της «Open City» περιστρεφόταν γύρω από την Αντικουλτούρα, την ψυχεδέλεια, την μουσική ροκ, την ριζοσπαστική πολιτική έκφραση και την λογοτεχνία του περιθωρίου. Επί σειρά τευχών συνεργάτηκε με δική του ιδιαίτερη στήλη («Σημειώσεις ενός πορνόγερου», «Notes of a Dirty Old Man») ο γνωστός συγγραφέας Τσαρλς Μπουκόφσκι (Charles Bukowski, 1920 – 1994).
Μέσα στο 1968 ο Μπράϊαν συνελήφθη δύο φορές για υποτίθεται «άσεμνες δημοσιεύσεις», την πρώτη φορά τον Μάρτιο του 1968 με αφορμή την απλή φωτογραφία μιας γυμνής γυναίκας και την δεύτερη τον Σεπτέμβριο του 1968 με αφορμή ένα μικρό διήγημα του Τζακ Μισελίν (Jack Micheline, 1929 – 1998) με τίτλο «Skinny Dynamite» που περιείχε την λέξη «fuck».
Τα υψηλά δικαστικά έξοδα και τα πρόστιμα που ακολούθησαν οδήγησαν την εφημερίδα στην χρεωκοπία.
Ο Μπουκόφσκι περιέγραψε την όλη εκδοτική περιπέτεια της εφημερίδας στο κείμενο «Η γέννηση, η ζωή και ο θάνατος μιας αντεργκράουντ εφημερίδας» («The Birth, Life and Death of an Underground Newspaper») που δημοσίευσε τον Σεπτέμβριο του 1969 στην εφημερίδα «Evergreen Review».

          «OPEN ROAD» («ΑΝΟΙΚΤΟΣ ΔΡΟΜΟΣ», 1976 - 1991)

Τριμηνιαία αντεργκράουντ αντιεξουσιαστική ταμπλόϊντ εφημερίδα του Βανκούβερ του Καναδά, την οποία εξέδιδε μία μικρή ομάδα ακτιβιστών, η «The Open Road Collective», που κατά πλειοψηφία προέρχονταν από το τοπικό παράρτημα του «Διεθνούς Κόμματος Νεολαίας» («Γίπι», «Yippie!», «Youth International Party», YIP), που στις 7 Αυγούστου 1971 είχε διοργανώσει  το ταραχώδες (200 άγρια δαρμένοι από την αστυνομία και 79 συλληφθέντες) «Gastown  Smoke-In» με συμμετοχή 2.000 νέων.

Ιδρυτές της εφημερίδας ήσαν οι David Spaner, Ken Lester, Bob Mercer και Bob Sarti, πρώην στελέχη των αντεργκράουντ εφημερίδων του Βανκούβερ «Georgia Straight», «Terminal City Express» και «Georgia Grape».

Σε μία σπάνια πράξη αλληλεγγύης, η «γίπι» εφημερίδα της Νέας Υόρκης «Yipster Times» έδωσε στους Καναδούς ομοϊδεάτες της όλη την λίστα συνδρομητών της, ώστε η νέα εφημερίδα να γίνει από το πρώτο κιόλας τεύχος της (άνοιξη του 1976) γνωστή σε ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων.
H «Open Road» επέζησε όλης της δεκαετίας του 1980 έχοντας ωστόσο αραιώσει υπερβολικά την κυκλοφορία της και λιγοστέψει την ύλη της, για να εκπνεύσει τελικά το 1991 μετά από 25 εν συνόλω τεύχη, έχοντας γράψει μία ηρωϊκή 15ετή διαδρομή.

«SAN FRANCISCO ORACLE»  («ΤΟ ΜΑΝΤΕΙΟ ΤΟΥ ΣΑΝ ΦΡΑΝΤΣΙΣΚΟ», 1966 - 1968)

Μηνιαία αντεργκράουντ πολύχρωμη «ψυχεδελική» εφημερίδα που εξέδωσε σε 12 συνολικά τεύχη στην συνοικία Haight-Ashbury του Σαν Φραντσίσκο της Καλιφόρνιας από το 1966 έως το 1968 μία ομάδα «χίπις» με επικεφαλής τον ποιητή Άλεν Κοέν (Allen Cohen, 1940 – 2004) ως εκδότη και τον ζωγράφο Μάϊκελ Μπόουεν (Michael Bowen, 1937 – 2009) ως καλλιτεχνικό διευθυντή.

Αμέσως μετά την ίδρυσή της εφημερίδα, που θεωρείται μακράν η εντυπωσιακότερη αντεργκράουντ εφημερίδα της δεκαετίας του 1960, συμμετείχε στην ίδρυση του «Συνδικάτου του Υπόγειου Τύπου» («Underground Press Syndicate», UPS).

60's 1

                                                                                         «P.O. Frisco»

Εφήμερος πρόγονος της «San Francisco Oracle» υπήρξε η εφημερίδα «P.O. Frisco» (δηλαδή «Psychedelphic Oracle του Frisco», «Ψυχεδελφικό Μαντείο του Φρίσκο») που εξέδωσε ένα μόνο 12σέλιδο τεύχος στις 2 Σεπτεμβρίου 1966. Οι νεοι εκδότες George Tsongas και John Bronson που αντικατέστησαν τους Dan Elliot και Richard Sassoon του «P.O. Frisco» μετονόμασαν την εφημερίδα σε «San FranciscoOracle» με εξαρχής αρίθμηση και το πρώτο, επίσης 12σέλιδο, τεύχος είδε το φως στις 20 Σεπτεμβρίου 1966. Οι Κοέν και Μπόουεν πήραν τον έλεγχο της εφημερίδας από το τεύχος 3 και ανέδειξαν γραφιστικά την έκδοση που έτυχε τεράστιας αποδοχής από την νεολαία του Haight-Ashbury. Τα αρχικά 3.000 αντίτυπα έφθασαν στο 4ο (24σέλιδο και αφιερωμένο στον Timothy Leary) τεύχος τα 15.000, στο 5ο (αφιερωμένο στο «HumanBe-In» για το οποίο θα μιλήσουμε παρακάτω) τα 50.000, στο 7ο (52σέλιδο πια) τα 80.000, για να κορυφωθεί τελικά το τιράζ στα 125.000 αντίτυπα.

Στις 6 Οκτωβρίου 1966 οι Κοέν και Μπόουεν είχαν οργανώσει την διαμαρτυρία «Love Pageant Rally» ενάντια στην ποινικοποίηση της χρήσης του LSD από την πολιτεία της Καλιφόρνιας, όπου τραγούδησε αφιλοκερδώς η Τζάνις Τζόπλιν (Janis Joplin) με το συγκρότημά της «Big Brother and the Holding Company» μπροστά σε 3.000 θεατές. Ακολούθησε στις 14 Ιανουαρίου 1967 το γιγαντιαίο «Human Be-In», με συμμετοχή των «μπητ» ποιητών Allen Ginsberg, Gary Snyder, Lenore Kandel και Michael McClure, του ψυχεδελικού γκουρού Timothy Leary και των ροκ συγκροτημάτων «The Grateful Dead» και «Jefferson Airplane», το πρώτο ιστορικά «Love-In» που απετέλεσε την ληξιαρχική πράξη γέννησης του κινήματος «χίπι» και της «Flower Power».

Την «San Francisco Oracle» υλοποίησε με κοινή προσπάθεια μία αρκετά «δεμένη» ομάδα «χίπις», μερικοί μόνον από τους οποίους, πέραν των Κοέν και Μπόουεν, ήσαν οι Gene Grimm, Steve Lieper, Stephen Levine,Travis Rivers, George Tsongas, Dangerfield Ashton, Hetti McGee, Ami McGill, Harry Monroe, κ.ά. Η εφημερίδα, τα (από το τεύχος 5 και μετά σταθερά) γραφεία της οποίας ήσαν ανοικτά 24 ώρες το 24ωρο, συνδύασε με έναν μαγικό τρόπο την ποίηση με την ψυχεδέλεια και την μορφή με το χρώμα, αναδεικνύοντας στο έπακρο το έργο των «χίπι» και «προχωρημένων» καλλιτεχνών (Rick Griffin, Bruce Conner, Jan Conner,Alton Kelley, Peter Legeria, κ.ά.), ποιητών και συγγραφέων (Alan Watts, Buckminster Fuller, Timothy Leary,Ralph Metzner, Michael McClure, Gary Snyder, κ.ά.). Μέσα από τις πολύχρωμες σελίδες της «San FranciscoOracle», ο αναγνώστης ταξίδευε σε μια ποικιλία θεμάτων που πλάταιναν την εξωτερική και εσωτερική ματιά του, κινούμενος από τον ινδιάνικο σαμανισμό στην «χίπι» και «υδροχοϊκή» πνευματικότητα, από τον ανατολίτικο μυστικισμό στην ουτοπική επανάσταση, από την οικολογική αφύπνιση στην σεξουαλική απελευθέρωση, από την κοινοβιακή κοινωνική πρόταση στην προσωπική αναζήτηση μέσω της ψυχεδέλειας.

Το τελευταίο τεύχος της (32σέλιδο με ένα συμβολικό εξώφυλλο του Tom Weir και σχέδια των Alton Kelley,Bob Schnepf, Martin Linhart και κείμενα των Herman Kahn, Alan Watts, Carl Rogers, κά.) κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 1968. Ως αίτιο του τέλους της εφημερίδας οι ίδιοι οι εκδότες προσδιόρισαν αργότερα τον καθολικό μαρασμό του «χίπι» χώρου του Haight-Ashbury, τόσο από την απογοήτευση των νεαρών μελών του όσο και από τις αόρατες επιχειρήσεις του ειδικού «εξουδετερωτικού» προγράμματος του FBI«Κόϊντελπρο».

Λίγο αργότερα, τον Ιούλιο του 1968, κάποιοι της εκδοτικής ομάδας που είχαν εγκατασταθεί στο Middletownτης Καλιφόρνιας προσπάθησαν από εκεί δίχως επιτυχία να συνεχίσουν την εποποιϊα της «Oracle» με την έκδοση μιας 24σέλιδης πολύχρωμης ψυχεδελικής εφημερίδας με τίτλο «Harbinger» και κείμενα των TimothyLeary («Declaration of Evolution»), Michael Hollingshead, Alan Watts («Psychedelics and ReligiousExperience»), κ.ά., που όμως δεν κατόρθωσε να εκδώσει δεύτερο τεύχος της.

                  «THE ORGAN» («ΤΟ ΟΡΓΑΝΟ», 1970 -1971)

Μη σταθερής κυκλοφορίας αντεργκράουντ εφημερίδα του Σαν Φραντσίσκο (με ταχυδρομική διεύθυνση στο Μπέρκλεϋ), την οποία εξέδωσαν σε 9 συνολικά τεύχη από τον Ιούνιο του 1970 έως τον Ιούλιο του 1971 οι Κρίστοφερ Ουέϊλς (Christopher Weills), Ρίτσαρντ Λούποφ (Richard A. Lupoff) και Γκέραρντ Βαν ντερ Λέουν (Gerard van der Leun) υπό την συλλογική υπογραφή «Himalayan Watershed Properties».
Τα εξώφυλλά της εφημερίδας «The Organ» ήσαν κατά κανόνα δίχρωμα με ασπρόμαυρη εκτύπωση στο εσωτερικό της και κάθε «διπλωμένο ταμπλόϊντ» τεύχος περιείχε στο μέσον του ένα επίσης δίχρωμο πόστερ. Η εφημερίδα ήταν πλουσιότατα εικονογραφημένη με φωτογραφίες, κολλάζ, ψυχεδελικά έργα, κόμιξ των Robert Crumb, S. Clay Wilson, Phil Brown, Greg Irons, κ.ά. και φυσικά αρκετή δόση γυμνού, τόσο γυναικείου όσο και ανδρικού.

Στον ένα χρόνο της κυκλοφορίας της, φιλοξένησε πολύ ενδιαφέρουσες συνεντεύξεις (με τον Allen Ginsberg στο πρώτο κιόλας τεύχος, με τον B. B. King στο τρίτο τεύχος, με το συγκρότημα «Commander Cody and His Lost Planet Airmen» στο έκτο τεύχος, με τον «Country» Joe McDonald στο έβδομο, με τον Jerry Garcia στο όγδοο, κ.ά.) αλλά και άμεσες συνεργασίες πολλών προσωπικοτήτων της ευρύτερης «Αντικουλτούρας» (Gary Snyder, Tom Veitch, Dave Sheridan, William Burroughs, Michael Rossman, Sandy Darlington, Howard J. Pearlstein, Don Donahue, κ.ά.).
Η θεματογραφία της περιστρεφόταν αποκλειστικά γύρω από την «Αντικουλτούρα», την πειραματική τέχνη, τις ριζοσπαστικές πολιτικές απόψεις, την σεξουαλικότητα, τις μουσικές μπλουζ και ροκ, την ποίηση, τους κοινωνικούς πειραματισμούς και τους εναλλακτικούς τρόπους ζωής, το αντιπολεμικό κίνημα, κ.ά.

«ORPHEUS MAGAZINE» («ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΟΡΦΕΑΣ», 1967 - 1969)

Αντεργκράουντ διμηνιαίο περιοδικό το οποίο εξέδωσε από το Φοίνιξ της Αριζόνα (Phoenix, Arizona) ο μετέπειτα διευθυντής του «Underground Press Syndicate» (UPS) και 23χρονος τότε Τόμας «Κινγκ» Φορκαίηντ (Thomas «King» Forcade, 1945 – 1978), που μόλις είχε εγκατασταθεί εκεί προερχόμενος από το Τουσόν (Tucson), όπου η αστυνομία είχε διαλύσει μία «χίπι» κομμιούνα της οποίας ήταν μέλος.
Ως «κινητή έδρα» του περιοδικού, προκειμένου να αποφύγει την βία της αστυνομίας και των καθυστερημένων ντόπιων («rednecks»), ο εκδότης χρησιμοποίησε αρχικά ένα παλιό σχολικό λεωφορείο του 1946, στην συνέχεια όμως εγκαταστάθηκε σε κανονικά γραφεία που ταυτόχρονα λειτουργούσαν και ως τοπικό παράρτημα του UPS. Έντονα επηρεασμένος από την «ψυχεδελική» εφημερίδα του Σαν Φραντσίσκο «San Francisco Oracle», ο Φορκαίηντ έδωσε στο περιοδικό του ό,τι καλύτερο από ζήτημα θεματογραφίας και «lay-out» (με εντυπωσιακή εικονογράφηση και αρκετά κόμιξ από τον R. Crumb και άλλους) και απέκτησε συνδρομητές από διάφορα μέρη των Η.Π.Α.
Το 1969 το περιοδικό εξέδωσε τον «Κατάλογο» του «Underground Press Syndicate» και σε λίγο τα γραφεία του «Orpheus» / UPS έγιναν στόχος μιας αποτυχημένης βομβιστικής επίθεσης από «αγνώστους». Την ίδια εποχή το FBI, που πίεζε τους τυπογράφους της Αριζόνα να μην τυπώνουν το περιοδικό (με αποτέλεσμα να αντιμετωπίσει αυτό περισσότερες από 30 αρνήσεις!), κατόρθωσε να διαβρώσει με έναν πράκτορά του την μικρή εκδοτική ομάδα του «Orpheus». Μετά από 6 μήνες παραμονής του στην εκδοτική ομάδα, ο πράκτορας απομακρύνθηκε και καθοδήγησε μια εισβολή της τοπικής αστυνομίας σε αναζήτηση «παράνομων ουσιών» που δεν βρέθηκαν, όμως οι εισβολείς κατέστρεψαν όλο το αρχείο του περιοδικού και την βιβλιοθήκη του UPS και έκλεψαν τις λίστες συνδρομητών του, κάνοντας ουσιαστικά αδύνατη την περαιτέρω έκδοση του περιοδικού.
Μετά την καταστροφή ο Φορκαίηντ έκλεισε το περιοδικό και έφυγε με το σαράβαλο λεωφορείο του στην Νέα Υόρκη, όπου μετά από λίγο ανέλαβε την διεύθυνση του κεντρικού γραφείου του UPS.

  «THE PAPER» («ΤΟ ΕΝΤΥΠΟ», 1965 - 1969)

Αντεργκράουντ εβδομαδιαία εφημερίδα που εξέδωσαν από τον Δεκέμβριο του 1965 από το East Lansing του Μίσιγκαν «χίπι» και αριστεριστές φοιτητές με αρχισυντάκτη τον φοιτητή του «Michigan State University» Μαϊκ Κίντμαν (Michael Kindman).
Η εφημερίδα «The Paper» ήταν μία από τις πέντε που ίδρυσαν το 1966 το «Συνδικάτο Υπόγειου Τύπου» («Underground Press Syndicate», UPS) και η θεματογραφία της περιστρεφόταν γύρω από την ευρεία «Αντικουλτούρα», αλλά και τις πολιτικές θέσεις και πρακτικές της οργάνωσης «Φοιτητές για μια Δημοκρατική Κοινωνία» («Students for a Democratic Society», SDS) πράγμα που πολύ σύντομα προκάλεσε την απαγόρευση της διακίνησής της στους χώρους του Πανεπιστημίου.
Στην «The Paper» έκανε την εμφάνισή του από τον Μάϊο του 1966 ένα από τα πιο πρώϊμα αντεργκράουντ «comic - strips», το περίφημο «Land Grant Man», σε σχέδια του φοιτητή Τζαίημς Φρίελ (James Friel) και κείμενα του επίσης φοιτητή Στίουαρτ Τζόουνς (Stuart Jones), ενώ ιστορικό έμεινε το κείμενο του ίδιου του Κίντμαν «Η εφημερίδα ως μορφή τέχνης» («The Newspaper as Art Form») στο τεύχος της 13ης Οκτωβρίου 1966.
Στα τέλη του 1967 ο Κίντμαν παραιτήθηκε από την αρχισυνταξία και μετακόμισε στην Βοστώνη για να προσχωρήσει όλος αφέλεια την εκεί εκδοτική κομμιούνα της εφημερίδας «Άβαταρ» («Avatar»), όπου ηγείτο ο φασίζων γκουρού Mel Lyman. Η εφημερίδα «The Paper», που τον περισσότερο χρόνο του βίου της διατήρησε μέσο τιράζ γύρω στα 5.000 αντίτυπα, συνέχισε να κυκλοφορεί μέχρι τον Ιούνιο του 1969 οπότε, αφού άλλαξε διάφορους εφήμερους τίτλους, συνενώθηκε τελικά με την εφημερίδα «Bogue Street Bridge» για να δημιουργηθεί η «Joint Issue» που διήρκεσε μέχρι τον Μάϊο του 1974.

«THE SAN FRANCISCO PHOENIX» («Ο ΦΟΙΝΙΚΑΣ ΤΟΥ ΣΑΝ ΦΡΑΝΤΣΙΣΚΟ», 1972 - 1975)

Δεκαπενθήμερη αντεργκράουντ εφημερίδα του Σαν Φραντσίσκο (San Francisco), την οποία εξέδωσε σε 57 εν συνόλω τεύχη ο Τζων Μπράϊαν (John Bryan, 1934 – 2007, πρώην εκδότης της αντεργκράουντ εφημερίδας «Open City», 1967 - 1969), από τον Σεπτέμβριο του 1972 έως τον Ιανουάριο του 1975.
Το πρώτο τεύχος κυκλοφόρησε στις 13 Σεπτεμβρίου 1972. Η θεματολογία της εφημερίδας περιστρεφόταν γύρω από τα κλασικά θέματα του «υπόγειου» τύπου της εποχής, δηλαδή το αντιπολεμικό κίνημα, την μετα – «χίπι» αμφισβήτηση, τα κοινωνικά κινήματα, την σεξουαλικότητα, την οικολογία, το ροκ, κ.ο.κ. Κάθε τεύχος φιλοξενούσε αρκετά αντεργκράουντ κόμιξ («Drexyl Duck Comix», «Washoe Ike Comix», «Bop Comix», κ.ά.) δικών του δημιουργών όπως λ.χ. ο Ed Cameron, πρωτότυπες φωτογραφίες, στήλες τακτικών συνεργατών, όπως ο Richard S. Ehrlich και φυσικά πολύ – πολύ σεξ.
Η εφημερίδα «The San Francisco Phoenix» κατέρρευσε στις αρχές του 1975  μετά από τον βλακώδη συσχετισμό της με την τρομοκρατική οργάνωση «Συμβιωτικός Απελευθερωτικός Στρατός» («Symbionese Liberation Army») που είχε απαγάγει την βαθύπλουτη Πατρίτσια Χηρστ
(Patricia Campbell Hearst, 1954 -  ): στα τέλη του Μαρτίου 1974 η εφημερίδα είχε δημοσιεύσει μία ψεύτικη μακρά συνέντευξη με οπαδό της οργάνωσης που στην πραγματικότητα είχε κατασκευάσει ο ίδιος ο εκδότης για αύξηση των πωλήσεών της, την 1η Απριλίου η κολακευμένη ηγεσία της οργάνωσης είχε στείλει προς δημοσίευση στην εφημερίδα μαζί με ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα ένα τελεσίγραφό της προς τις αρχές με τίτλο «Communique no. 7» και έκτοτε ο Μπράϊαν είχε αναλάβει τον ρόλο του μεσολαβητή μεταξύ της οικογένειας Χηρστ και των απαγωγέων.
Σαν  να μην έφθαναν αυτά, ο Μπράϊαν είχε αρχίσει να συγγράφει τον Νοέμβριο του 1974 και ένα σχεδόν εκθειαστικό βιβλίο για τον ήδη φυλακισμένο ηγέτη της οργάνωσης Τζόε Ρεμίρο (Joseph Michael Remiro, 1946 -  ), το οποίο εκδόθηκε μετά το κλείσιμο της εφημερίδας, τον Απρίλιο του 1975 με τίτλο «This Soldier Still at War». Το τελευταίο τεύχος της «The San Francisco Phoenix» έφερε ημερομηνία 9 Ιανουαρίου 1975 και αρίθμηση «τόμος 2, αριθμός 29».

  «PIANETA FRESCO» («ΦΡΕΣΚΟΣ ΠΛΑΝΗΤΗΣ», 1967 – 1968)

Ιταλικό βραχύβιο αντεργκράουντ και αβαντγκάρντ περιοδικό που εξέδωσαν στο Μιλάνο σε 3 μόνον τεύχη ο σχεδιαστής και αρχιτέκτονας Ετόρε Σότσας (Ettore Sottsass Jr., 1917 – 2007) και η σύζυγός του συγγραφέας και κριτικός Φερνάντα Πιβάνο (Fernanda Pivano, 1917 – 2009, η οποία είχε μεταφράσει στα ιταλικά τους «μπητ» ποιητές). Στην καθιερωμένη ταυτότητα του περιοδικού «υπεύθυνη εκδότρια» («Direttore responsabile») εμφανιζόταν η Πιβάνο, «ανεύθυνος εκδότης» («Direttore irresponsabile») ο «μπητ» ποιητής Άλλεν Γκίνσμπεργκ (Irwin Allen Ginsberg, 1926 – 1997) και «αρχικηπουρός» («Capo dei Giardini») ο Σότσας.
Το «Pianeta Fresco», το οποίο οι ίδιοι οι εκδότες του παρουσίαζαν ως «μια αναζήτηση ατραπών ηδονής», ήταν πολύχρωμο τόσο στην εκτύπωση όσο και στο χαρτί, η δε θεματολογία του ήταν ένα μείγμα από ψυχεδέλεια, ποίηση, καλλιτεχνικές πρωτοπορείες, πνευματικότητα, «χιπισμό» και ειρηνισμό. Το πρώτο τεύχος εκδόθηκε τον Δεκέμβριο του 1967. Γύρω από την έκδοση συγκεντρώθηκαν πολύ γρήγορα αρκετοί νέοι άνθρωποι, ποιητές και ζωγράφοι, που όλον τον χειμώνα μετέτρεψαν σε διαρκή συνέλευση το σαλόνι της κατοικίας του ζευγαριού στην Via Manzoni του Μιλάνου.
Μέχρι το επόμενο φθινόπωρο ωστόσο, ο αρχικός ενθουσιασμός είχε εμφανώς υποχωρήσει και το χειμερινό ηλιοστάσιο του 1968 εκδόθηκε το τελευταίο διπλό τεύχος (2/3) του περιοδικού με τίτλο «Τεχνολογίες Αποσυντονισμού».

«PROVO» (1965 - 1967)

Επιθεώρηση που εκδόθηκε στο Άμστερνταμ (Amsterdam) σε 16 τεύχη από τον Ιούλιο του 1965 έως τον Μάϊο του 1967, «επίσημο όργανο» του κινήματος των «Πρόβος» («Provos»). Η έκδοσή της προαναγγέλθηκε στις 25 Μαϊου 1965 από την ήδη συσταθείσα «επιτροπή σύνταξης»: «το Provo ενθαρρύνει την εξέγερση όπου την ανταμώσει. Το Provo ξέρει ότι αυτό θα χάσει στο τέλος, αλλά δεν θέλει να χάσει την ευκαιρία να προκαλέσει ετούτη την κοινωνία για μία ακόμα φορά…».
Στις σελίδες της επιθεώρησης «Πρόβο» φιλοξενήθηκαν κείμενα των Βαν Ντάϋν, Rob Stolk, Constant Nieuwenhuys, Auke Boersma, Robert Jasper Grootveld, Thom Jaspers, Garmt Kroeze, Hans Tuynman, Hans Metz, Peter Bronkhorst, Peter Tuynman, Martijn Ananar και Luud Schimmelpenninck.
Το πρώτο τεύχος, 38σέλιδο πολυγραφημένο και στενόμακρο (διαστάσεων 10,5 x 29,7 εκατοστά), κυκλοφόρησε σε 500 αντίτυπα στις 12 Ιουλίου 1965, αλλά τα περισσότερα αντίτυπα τα κατάσχεσε η αστυνομία, επειδή εκτός από το γραμμένο από τον Ρόελ Βαν Ντούϊν (Roeland Hugo Gerrit van Duijn, Roel van Duyn, 1943 - ) «μανιφέστο» του κινήματος περιείχε και οδηγίες κατασκευής βομβών από το ανώνυμο φυλλάδιο του 1910 «De practische anarchist».

Στο 2ο τεύχος που κυκλοφόρησε μετά από ένα μήνα, αναπτυσσόταν εκτενώς το «Άσπρο Σχέδιο για τα ποδήλατα» («Het witte fietsenplan»), όπως στο 6ο τεύχος θα αναπτυχθεί αργότερα εκτενώς και το «Άσπρο Σχέδιο για τις καμινάδες».
Το τεύχος 4 της επιθεώρησης «Πρόβο» (Οκτώβριος 1965) παραχωρήθηκε εξολοκλήρου στον αρχιτέκτονα, ζωγράφο, γλύπτη και μουσικό «Κονστάν» (Constant Anton Nieuwenhuys, 1920 – 2005, πρώην μέλος της ομάδας «CoBrA» και της «Καταστασιακής Διεθνούς», «L’Internationale situationniste», IS) για να παρουσιάσει τα πρωτοπόρα ουτοπικά και αντικαπιταλιστικά πολεοδομικά του στρατηγικά σχέδια που συνοψίζονταν στη ρέουσα (ξεκίνησε το 1959 και ολοκληρώθηκε το 1974) συλλογή του «New Babylon».
Από το 7ο τεύχος της, που μάλιστα κατασχέθηκε από την αστυνομία λόγω του κειμένου «Ανατρεπτική επιστολή» («Subversieve brief»), η επιθεώρηση «Πρόβο» αναβαθμίστηκε με εκτύπωση όφφσετ και θεαματική αύξηση του τιράζ της: το 7ο τεύχος (25 Φεβρουαρίου 1966) κυκλοφόρησε σε 5.000 αντίτυπα, το 8ο (14 Απριλίου) σε 10.000, το 9ο (12 Μαϊου, «εκλογικό τεύχος») σε 12.000, το 10ο (30 Ιουνίου) και 11ο (15 Αυγούστου) σε 20.000 αντίτυπα, το 12ο (1 Οκτωβρίου) σε 15.000, ενώ όλα τα υπόλοιπα τεύχη σταθεροποιήθηκαν στα 10.000 αντίτυπα. Από τους 30 συνδρομητές του 1ου τεύχους, στο 11ο τεύχος οι συνδρομητές είχαν γίνει περισσότεροι από χίλιοι.
Στο 44σέλιδο 12ο τεύχος της επιθεώρησης, οι εκδότες περιέγραφαν τους σκοπούς της με το ακόλουθο κείμενο:

«Το Provo εναντιώνεται στον καπιταλισμό, τον κομμουνισμό, τον φασισμό, την γραφειοκρατία, τον μιλιταρισμό, τον επαγγελματισμό, τον δογματισμό και τον εξουσιασμό. Το Provo έχει να διαλέξει ανάμεσα στην απεγνωσμένη αντίσταση και την παθητική εξαφάνιση. Το Provo καλεί σε αντίσταση όπου αυτή είναι δυνατή. Το Provo ξέρει ότι θα ηττηθεί στο τέλος, όμως δεν μπορεί να προσπεράσει την ευκαιρία για μία ακόμη παθιασμένη προσπάθεια να προκαλέσει τούτη την κοινωνία. Το Provo χαιρετίζει την αναρχία ως την κύρια πηγή έμπνευσης για αντίσταση. Το Provo θέλει να ξαναφέρει την αναρχία και να την διδάξει στους νεόυς. Το Provo είναι μία εικόνα».

Τον Σεπτέμβριο του 1966 η επιθεώρηση εξέδωσε επίσης το πολυγραφημένο φυλλάδιο του Hans Metz, ενός εκ των ιδρυτών των «Πρόβος», «Provolution - The evolution of the Provo principle», σε αγγλική γλώσσα προς διάδοση των μηνυμάτων του κινήματος.
Από το 13ο τεύχος (10 Ιανουαρίου 1967) το μέγεθος της επιθεώρησης «Πρόβο» αυξήθηκε σε 21 Χ 59 εκατοστά (για να διατηρηθεί έτσι μέχρι το τέλος) και οι σελίδες μειώθηκαν σε 12. Το 14ο τεύχος κυκλοφόρησε στις 15 Φεβρουαρίου και το προτελευταίο (15ο) τεύχος βγήκε στους δρόμους στις αρχές του Απριλίου, λίγες εβδομάδες πριν το «επίσημο» τέλος του κινήματος στις 13 Μαϊου 1967 σε ένα συνέδριο στο Άμστερνταμ που αποφάσισε την εφεξής αυτονομία των ομάδων. Εκείνες τις ημέρες του συνεδρίου κυκλοφόρησε το εκτός αρίθμησης («extra») τελευταίο τεύχος της επιθεώρησης στην ίδια μεγάλη διάσταση αλλά με 4 μόνον σελίδες.

60's4

«QUICKSILVER TIMES» («ΑΠΡΟΒΛΕΠΤΟΙ ΚΑΙΡΟΙ», 1969 - 1972)

Σχεδόν μηνιαία αντεργκράουντ ταμπλόϊντ εφημερίδα που ίδρυσε στην Ουάσινγκτον (Washington DC) τον Ιούνιο του 1969 και εξέδωσε για 3 περίπου χρόνια ο δημοσιογράφος Τέρυ Μπέκερ (Terrence «Terry» Becker Jr.), επικεφαλής (ή «πρώτος μεταξύ ίσων» όπως τον περιέγραψε η εφημερίδα «Pittsburgh Press» στις 15 Ιουνίου 1970) μιας δραστήριας ομάδας αντιπολεμικών ακτιβιστών που αυταποκαλούντο «6η Στήλη» («Sixth Column»). Στην εκδοτική ομάδα συμμετείχε και ο πρώην υπάλληλος του State Department και μετέπειτα ιστορικός Ουϊλιαμ Μπλουμ (William Blum, 1933 - ) που μόλις είχε αποχωρήσει από την «Washington Free Press». Η «Quicksilver Times» ήταν μέλος των «Underground Press Syndicate» (UPS) και «Liberation News Service» (LNS).
Η θεματογραφία της εφημερίδας περιστρεφόταν γύρω από αντιπολεμικό κίνημα, τους «Μαύρους Πάνθηρες», το γυναικείο και γκέι κίνημα και, φυσικά, την ευρύτερη «Αντικουλτούρα» και το «lay – out» της ήταν απλό αλλά πλούσια διακοσμημένο με φωτογραφίες, σχέδια και αντεργκράουντ σχεδιοϊστορίες. Το μέγιστο τιράζ της ήταν τα 22.000 αντίτυπα, τα περισσότερα των οποίων πουλιόντουσαν στους δρόμους. Αντί εγχρήματης αμοιβής, η εργασία στην εφημερίδα πληρωνόταν με 400 δωρεάν αντίτυπα που το κάθε μέλος μπορούσε να πουλήσει μόνο του, κρατώντας για λογαριασμό του όλα τα έσοδα.
Από το πρώτο κιόλας τεύχος της που κυκλοφόρησε στις 16 Ιουνίου 1969, η «Quicksilver Times» είχε διαβρωθεί από τον 24χρονο αλλά ευφυέστατο πράκτορα της CIA Φερέρα (Salvatore John Ferrera) που εργάστηκε για περίπου 30 τεύχη με το ψευδώνυμο «Sal Torey» ως αρθρογράφος, φωτορεπόρτερ και γραφίστας. Η διάβρωση της εφημερίδας που πήγαινε καλά από πωλήσεις και είχε μεγάλη οικονομική αυτάρκεια, συνεχίστηκε με ζηλωτές «εθελοντές» (στην πραγματικότητα χαφιέδες των διαφόρων μυστικών υπηρεσιών, 7 μόνον ανήκαν στο FBI) που εμφανίζονταν από το πουθενά, προσχωρούσαν στην εκδοτική ομάδα και συστηματικά διέσπειραν δυσαρέσκεια για τους ιδρυτές. Τελικά οι βαλτοί κατόρθωσαν να κλείσουν για ένα διάστημα την εφημερίδα, έχοντας ασκήσει ακόμα και βία κατά των ιδρυτών και κλέψει το μεγαλύτερο τμήμα του εξοπλισμού.
Στις 8 Μαϊου 1970 η «Quicksilver Times» συνέχισε την έκδοσή της με ανασυγκροτημένη σε κολλεκτίβα την εκδοτική ομάδα της, σφιχτή συγκεντρωτική οργάνωση και βεβαίως μη δικαίωμα ψήφου για όσους εμφανίζονταν από το πουθενά με την δήλωση ότι απλώς ήθελαν «να βοηθήσουν». Τα όρια δράσης του Φερέρα είχαν τώρα στενέψει και ο μιλιταντισμός των εκδοτών είχε αυξηθεί (καθοδηγητικό κείμενο με τα δικαιώματα των αγωνιστών απέναντι στο FBI τον Ιούλιο του 1970, τοποθέτηση του Μπέκερ ενάντια στα ευφορικά και καταγγελία τους ως «αντεπαναστατικών» τον Νοέμβριο του 1970, κείμενο «April 24th Anti-War Rally: 250000 People Come to D.C. So What?», στο τεύχος της 30ης Απριλίου 1971, προβολή του «Αντιμάζα. Μία μορφή οργάνωσης», στο τεύχος της 30ης Ιουλίου 1971, συνέχιση στις 22 Σεπτεμβρίου 1970 της μήνυσης της κλειστής πια «Washington Free Press» εναντίον των επικεφαλής της τοπικής αστυνομίας για την συστηματική παρεμπόδιση της πώλησης στους δρόμους, κ.ά.). Το τελευταίο τεύχος της εφημερίδας (τόμος 4, τεύχος 9) εμφανίστηκε στους δρόμους της Ουάσινγκτον τον Αύγουστο του 1972.

«THE RAT SUBTERRANEAN NEWS» («Ο ΠΟΝΤΙΚΟΣ», 1968 - 1970)

Αμερικανικό αντεργκράουντ πολιτικό περιοδικό («το πιο τρομερό όλης της πόλης») που εξέδιδε στην Νέα Υόρκη ο Τζεφ Σήρο (Jeff Shero) με βοήθεια από τους Alice Embree και Gary Thiher, καθώς και με καλλιτεχνική επιμέλεια του Bob Eisner και ανιδιοτελή οικονομική υποστήριξη από τον ποιητή W. H. Auden.
Υπήρξε μέλος του θρυλικού «Συνδικάτου του Υπόγειου Τύπου» («Underground Press Syndicate») και κυκλοφόρησε το πρώτο τεύχος του τον Μάρτιο του 1968.
Τα γραφεία του απετέλεσαν κέντρο διέλευσης αρκετών ριζοσπαστών της λεγόμενης «Νέας Αριστεράς» των τελευταίων χρόνων της δεκαετίας του 1960, ενώ ιστορικά έχουν μείνει τα πρώτα τεύχη του, που κάλυπταν την κατάληψη του Πανεπιστήμιου της Κολούμπια από τους φοιτητές της SDS («Students for a Democratic Society», «Φοιτητές για μία Δημοκρατική Κοινωνία») τον Απρίλιο 1968 και φυσικά τον «Γαλλικό Μάη».
Παράλληλα με το πολιτικό του προφίλ, ο «Ποντικός» απλωνόταν συχνά και στην αγαπημένη θεματολογία της Αντικουλτούρας «sex, drugs and rock 'n' roll» και εξέδιδε το «παράπλευρο» ερωτικό αντεργκράουντ έντυπο
«Ηδονή» («Pleasure»), τα κέρδη του οποίου υποστήριζαν και την έκδοση του «Ποντικού». Αυτό προκάλεσε αντιδράσεις από σεμνότυφες κομμουνίστριες και αριστερίστριες και στις αρχές του 1970 το περιοδικό πέρασε με βίαιο τρόπο στα χέρια ακραίων φεμινιστριών, που δικαιολόγησαν την ενέργειά τους ως «αντίσταση» ενάντια σε μία «σεξιστική» και «φιλοπορνογραφική» εκδοτική διαδρομή.
Το αποτέλεσμα ωστόσο ήταν ο γρήγορος μαρασμός και το άδοξο κλείσιμο του «Ποντικού» μετά από λίγα μόνο «φεμινιστικά» τεύχη (ως «Women's LibeRATion»), τα οποία (όπως επεσήμανε με πίκρα στις 7 Μαρτίου 1970 ο εκ των εκδιωχθέντων εκδοτών Gary Thiher) διαπνέονταν «από υπερβολική στράτευση, απολιτική ηθικολογία και καθολική απουσία χιούμορ».

«REBIRTH» («ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ», 1969)

Βραχύβια δεκαπενθήμερη ταμπλόϊντ αντεργκράουντ «χίπι» εφημερίδα, την οποία εξέδωσε σε 9 συνολικά τεύχη από τις 20 Μαϊου 1969 έως τον Αύγουστου του ίδιου έτους στο Φοίνιξ της Αριζόνα (Phoenix, Arizona) η τοπική κομμούνα «Rebirth Tribe» της 9 South 13th Ave. υπό το νομικό πρόσωπο «Real Live People, Inc.».
Ως υπεύθυνοι εκδότες εμφανίζονταν οι Μπρους Φρανκ (Bruce Frank) και Τζων Καίηχαλ (John Cahal) και ως καλλιτεχνικός διευθυντής ο Τζόε Γκαρνιώ (Joe Garneau). Άλλα μέλη της κομμούνας αναφέρονται οι Gregg Frank, Raman Frank, Michelle Garneau, Larry Garneau, Kathy Grieger, Barry Geist, Fred Bell, Michael Kothrade, Daniel Page, Linda Peterson, Duane Robinson, Mike και Nikki Johnson, κ.ά.
Η θεματογραφία της «Rebirth», που ήταν μέλος του «Underground Press Syndicate» (UPS), περιστρεφόταν γύρω από την «Αντικουλτούρα», την μουσική ροκ και την «ψυχεδέλεια» και οι σελίδες της ήσαν διακοσμημένες με ψυχεδελικά σχέδια και αντεργκράουντ σχεδιοϊστορίες.

«DE REAL FREE PRESS ILLUSTRATIE» («Ο ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΟΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ», 1968 - 1974)

 

Ολλανδικό αντεργκράουντ περιοδικό, μέλος του «Συνδικάτου του Υπόγειου Τύπου» («Underground Press Syndicate», UPS), το οποίο εξέδιδαν ο σχεδιοϊστοριογράφος και πρώην μέλος του κινήματος των «Πρόβος» Ρόμπερτ Όλαφ Στουπ (Robert Olaf Stoop, 1945 – 1999) και ο μεταφραστής Μάρτιν Μπιούμερ (Martin Beumer).
Το πρώτο τεύχος κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 1968 και όλα τα υπόλοιπα 5 (εν συνόλω 6) τήρησαν το ίδιο στυλ σε διαστάσεις ταμπλόϊντ με ολόλευκο χαρτί και ασπρόμαυρη εκτύπωση, κατά κανόνα γραμμένα και σχεδιασμένα χειρόγραφα από τον Στουπ.
Στις σελίδες του φιλοξενήθηκαν κόμιξ από τους σημαντικότερους αντεργκράουντ σχεδιοϊστοριογράφους (Gilbert Shelton, Spain Rodriguez, Robert Crumb, κ.ά.) και κείμενα εν γένει «προχωρημένων» ιδεών.

«THE REALIST» («O ΡΕΑΛΙΣΤΗΣ», 1958 - 2001)

Περιοδικό της αμερικανικής Αντικουλτούρας, το οποίο συνέτασσε και εξέδιδε ο Πωλ Κράσνερ (Paul Krassner), με μεγάλη κυκλοφορία ήδη από το 1959, δηλαδή πολύ πριν το 1965 που συνέβη η έκρηξη των εντύπων αντεργκράουντ.
Ο «Ρεαλιστής» εκδόθηκε για πρώτη φορά την άνοιξη του 1958 και κυκλοφόρησε έως και τις αρχές της δεκαετίας του 1970, επανεμφανίσθηκε δε από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, αλλά με μικρότερο όγκο σελίδων. Το τελευταίο τεύχος του «Ρεαλιστή» ήταν το υπ’ αριθμό 146, την άνοιξη του 2001.
Το περιοδικό άφησε εποχή με την ακραία του σάτιρα, τα καυστικά του κόμικς και τα εξαιρετικά «εκδοτικά σημειώματα» του Κράσνερ, καθώς επίσης και για τις τολμηρές συνεντεύξεις του. Μία ανθολογία των άρθρων του αρχικού «Ρεαλιστή» εμφανίστηκε το 1985 από τις εκδόσεις «Running Press» με τίτλο «The Best of The Realist: the 60’s Most Outrageously Irreverent Magazine».

                        REVO (1966 - 1967)

Δίγλωσσο (σε ολλανδική και γαλλική γλώσσα) περιοδικό των Βρυξελλών κατά την δεκαετία του 1960, «επίσημο όργανο» του κινήματος των Βέλγων «Πρόβος» («Provos») που εναλλακτικά λέγονταν και «Revos». Το περιοδικό ίδρυσε ο ποιητής Herman J. Claeys (1935 – 2009) και το πρώτο πολυγραφημένο 40σέλιδο τεύχος του, σε σχήμα 11 Χ 30 εκατοστά, έκανε την εμφάνισή του τον Μάρτιο του 1966, ταυτόχρονα με την ανακοίνωση ίδρυσης από τον ίδιον της οργάνωσης «Krea», για την υποστήριξη των νεαρών συγγραφέων και καλλιτεχνών.
Πέραν του Claeys, στην έκδοση του περιοδικού συνεισέφεραν επίσης και οι ομοϊδεάτες του Frans Pans, Mark de Grijse, Marcel Raman και Walter Schelfhout, ενώ εκπρόσωπος του «Revo» συμμετείχε τον Απρίλιο του 1967 στο συνέδριο «Provo et anarchisme» που είχε διοργανώσει στην Λιέγη η τοπική οργάνωση «Cercle Libertaire Social et Culturel de Liège».
Το «Revo», που αποτελούσε μια γραπτή επίθεση ενάντια στο κατεστημένο της Βελγικής κοινωνίας, κυκλοφόρησε το τελευταίο (5ο και 20σέλιδο) τεύχος του τον Μάϊο του 1967, λίγες μόνον ημέρες πριν το «επίσημο» τέλος του κινήματος «Πρόβο» στις 13 Μαϊου 1967 μετά από ένα συνέδριο στο Άμστερνταμ που αποφάσισε την εφεξής αυτονομία των ομάδων. Τον Οκτώβριο του 1967 τρεις μυστικοί αστυνομικοί εισέβαλαν στο σπίτι του πρώην εκδότη και του κατάσχεσαν επιστολές, έντυπα και λίστες συνδρομητών, με αφορμή το κείμενό του «Πουτσοχαιρετισμός» («De penisgroet») στο «χίπι» περιοδικό του Γκεντ «Daele».

Βλάσης Γ. Ρασσιάς, 2007 – 2012,  http://www.rassias.gr/1087UGS-Z.html

Βιβλιογραφία

Βάγιας Μανόλης, «Σύντομη Ιστορία των Φιλολογικών και Πολιτικών Περιοδικών της Ελλάδας, από την γέννησή τους μέχρι σήμερα (1784 - 1990)», Αθήνα, 1990
Baunstein Peter - Doyle Michael William, «Imagine Nation: the American Counterculture of the ‘60s and ‘70s», New York, 2002
Bizot Jean-François - Miles Barry, «Free Press: Underground and Alternative Publications, 1965-1975», New York, 2006
Clay Steve και Phillips Rodney, «A Secret Location on the Lower East Side: Adventures in Writing, 1960-1980», New York, 1998
Crowley Walt, «Rites of Passage: A Memoir of the Sixties in Seattle», Seattle, 1995
Fountain Nigel, «Underground--The London Alternative Press, 1966-74», London, 1988
Glessing Robert J., «The Underground Press in America», Bloomington Indiana, 1971
Κrassner Paul, editor, «Best of the Realist: the Sixties' Most Outrageously Irreverent Magazine», Philadelphia, 1984
Leamer Lawrence, «The Paper Revolutionaries: The Rise of the Underground Press», New York, 1972
McMillian John, «Smoking Typewriters: The Sixties Underground Press and the Rise of Alternative Media in America», New York, 2011
Μάφι Μάριο, «Underground», Αθήνα,1982
Mungo Raymond, «Famous Long Ago. My Life and Hard Times with the Liberation News Service», Boston, 1970
Nelson Elizabeth, «The British Counterculture 1966-73: A Study of the Underground Press», London, 1989
The New Yippie Press Collective, « Blacklisted News: Secret Histories from Chicago to 1984», New York, 1983
Pardun Robert, «Prairie Radical: A Journey through the Sixties», Los Gatos, California, 2001
Peck Abe, «Uncovering the Sixties: The Life and Times of the Underground Press», New York, 1985
Ρασσιάς Βλάσης, «Underground Press. Η Ιστορία του υπόγειου Τύπου», β έκδοση, Αθήνα, 1988
Sean Stewart, editor, «On the Ground: An Illustrated Anecdotal History of the Sixties Underground Press in the U.S», Oakland CA, 2011
Skinn Dez, «Comix: the Underground Revolution», New York, 2004
Verzuh Ron, «Underground Times: Canada's Flower Child Revolutionaries», Toronto, 1989
Wachsberger Ken, editor, «Voices from the Underground: Insider Histories of the Vietnam Era Underground Press», Tempe, AZ, 1993

Links

http://en.wikipedia.org/wiki/Underground_press

http://en.wikipedia.org/wiki/List_of_underground_newspapers

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...