Σάββατο, 10 Μαρτίου 2012

Τo lifestyle πέθανε, ζήτω το lifestyle!

 

Τώρα που ο παλιός τρόπος ζωής πέθανε, τι ισχύει; «Η ζωή είναι μικρή για να είναι θλιβερή» ή «μεγάλη, μην την κάνεις καρναβάλι»;

                                                                                                         *  Δημ. Θεοδωρόπουλος, Μαρ. Αστραπέλλου

Η συζήτηση για το αν το lifestyle έχει καταστρέψει την Ελλάδα είναι τόσο παλιά όσο και το lifestyle. Απλώς τον τελευταίο καιρό εμφανίστηκε ανανεωμένη, μαζί με τη δημόσια παραδοχή του Πέτρου Κωστόπουλου, αυτονόητου αρχιερέα του είδους, πως «απέτυχα, καταστράφηκα, είμαι σε κλινική κατάθλιψη».

Παρακολουθώντας τις αντιδράσεις μπροστά στην τελική κατάρρευση στα σχόλια στο Internet, στις κουβέντες στις παρέες, στον δημόσιο λόγο γενικά, διέκρινε κανείς ένα γενικό ανάθεμα, μια πλήρη απομυθοποίηση ενός παλιού τρόπου ζωής, μια προσπάθεια αποστασιοποίησης των πάντων, από μια μαζική εποχή, από ένα πάρτι, που στις καλές εποχές έμοιαζε να έχει πολλούς προσκεκλημένους: Από τους χιλιάδες αναγνώστες των περιοδικών του (και των μιμητών που ακολούθησαν), από τους τηλεοπτικούς αστέρες που πήραν την αμφιλεγόμενη λάμψη τους φιλοξενούμενοι στα περιοδικά του, από τον Κώστα Σημίτη που έδωσε μία από τις τελευταίες ουσιαστικές συνεντεύξεις του πριν από τις εκλογές του 2000 στο «Nitro», από τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη που έχει επίσης μιλήσει στο περιοδικό, από τον Γιώργο Παπανδρέου που χρόνια πριν από τις εποχές ΔΝΤ, ως ένας νεαρός προοδευτικός βουλευτής, ευαγγελιζόταν στο περιοδικό «Κλικ» την «αποποινικοποίηση της μαριχουάνας». Και γινόταν και αυτός μόδα.

Πριν από λίγες ημέρες η Κατερίνα Παπουτσάκη έγραψε στους περίπου 44.000 followers της στο Τwitter: «Δεν υπάρχει αξιοπρέπεια; Υποδουλώνουν τον λαό, ξεπουλούν την Ελλάδα! Πλήρης εξαθλίωση». Οι αντιδράσεις ήταν – ως συνήθως – υστερικές. Κάποιοι από τους όλο και περισσότερους «επαναστατικούς» λογαριασμούς στα social media την κατηγόρησαν πως κάνει «Την επανάσταση lifestyle». Οι υπερασπιστές του μνημονίου αναπαρήγαγαν την ατάκα με προφανή στόχο να αποδυναμώσουν την επαναστατική ρητορική «που είναι απλώς μια μόδα». Και οι ψύχραιμοι παρατηρητές είδαν πως στην μπερδεμένη, επιτακτική εποχή μας όλα μπλέκονται γλυκά: και η αντίδραση, και το παλιό lifestyle, και η δικαιολογημένη οργή για την ενοχλητική πραγματικότητα. Αν στην υπόθεση της Κατερίνας Παπουτσάκη υπήρχε οργή, σε μια άλλη υπόθεση όπου το lifestyle συναντήθηκε με την επανάσταση, υπήρχε μόνο αμηχανία.

 

Πριν από λίγες εβδομάδες, στο τηλεοπτικό πάνελ της Ναταλίας Γερμανού, ο ηθοποιός Μάριος Αθανασίου σε μια κουβέντα που περιστρεφόταν γύρω από τα ζώδια, τις σχέσεις, την προδοσία, τις γυναίκες, τους άνδρες και όλα αυτά με τον γνωστό τηλεοπτικό τρόπο που κάνει το ασήμαντο να φαίνεται φοβερά σημαντικό, αποφάσισε να μιλήσει για τους απεργούς της Χαλυβουργικής.

Οι τηλεοπτικοί οικοδεσπότες του, από λαλίστατοι χαρωποί συνομιλητές μεταβλήθηκαν σε παγωμένους, ο χρόνος ξαφνικά έμοιαζε να κυλάει πιο αργά στο στούντιο, η αμηχανία κοβόταν με το μαχαίρι προτού η κουβέντα αλλάξει με δικτατορικό τρόπο από την παρουσιάστρια σε κάτι που έμοιαζε πιο σημαντικό, όπως «η απιστία σήμερα».

Το ερώτημα παραμένει: Τελικά τι ακριβώς ισχύει; Το «η ζωή είναι μικρή για να είναι θλιβερή;», η φράση-σημαία του κωστοπουλικού lifestyle, αυτό που ανάγκασε τον Γιάννη Αγγελάκα, κάτι σαν το αντίβαρο του Κωστόπουλου στον τρόπο ζωής, να του απαντήσει με το τετράστιχο «Η ζωή είναι μεγάλη / κι αν την κάνεις καρναβάλι / θα ’ρθει η ώρα να χτυπήσεις / το ξερό σου (τ’ αδειανό σου;) το κεφάλι», ή το εδώ και χιλιάδες φορές γραμμένο σύνθημα στους τοίχους: «To lifestyle είναι μαγικό. Από μηδενικό σε κάνει νούμερο».

Το μότο η «ζωή είναι μικρή για να είναι θλιβερή» ρίζωσε σε περισσότερους ανθρώπους απ’ όσους θα τολμούσαν ποτέ να παραδεχτούν. Και ακόμη επηρεάζει ή τουλάχιστον εκφράζει τα παιδιά που γαλουχήθηκαν με τη μεταπολιτευτική επωδό των γονέων τους: «Δεν θέλουμε να κουραστείς όπως εμείς, θέλουμε να έχεις ό,τι δεν είχαμε». Τώρα που η θλίψη ξεχειλίζει και από τα μπατζάκια μας, ποιος διαθέτει την απαραίτητη ψυχική υποδομή προκειμένου να αναλάβει την ευθύνη της; Κορίτσια και αγόρια που ξοδεύουν εμφανέστατα πολύ χρόνο για την εμφάνισή τους δηλώνουν ότι έχουν «κατάθλιψη». Μουρμουρίζουν «χάλια» στην ερώτηση «πώς περνάς;» εκεί που κάποτε, όχι πολύ παλιά, απαντούσαν με έναν αταβιστικό, αυτοματοποιημένο τρόπο «τέλεια». Η μετάβαση από το «τέλεια» στο «χάλια» έγινε χωρίς ενδιάμεση στάση, έτσι για να πάρει κανείς δυο ανάσες και να μπορέσει να σκεφτεί τι αναθεματίζει και για ποιους λόγους ακριβώς. Το πέρασμα από τα πάρτι του «Mercedes» στον μηδενισμό του «φωτιά σε όλα» έγινε χωρίς να έχει περάσει το hangover.

Τώρα που δεν υπάρχει ούτε αναπτήρας για να ανάψουν κάποια παλιά πούρα και ένα κείμενο όπως εκείνες οι παλιές γενικεύσεις του τύπου «Οι φυλές της Αθήνας», θα έπρεπε να συμπεριλάβει και τους αστέγους της, τώρα που ο Πέτρος Κωστόπουλος, με αυτόν τον μονίμως εγωκεντρικό τρόπο του, κήρυξε και επίσημα τη λήξη του πάρτι, το lifestyle, με την ευρεία έννοια, μοιάζει να θεωρείται βασικός παράγοντας της χρεοκοπίας, ακόμη και αν στην ουσία είχε συρρικνωθεί εδώ και χρόνια. Εδώ και καιρό, καθώς τα λεφτά είναι λιγότερα, η πραγματικότητα πιο ζοφερή, ο τρόπος ζωής αλλάζει. Για κάποιους αυτό σημαίνει επιστροφή σε μια πιο πραγματική ζωή: Με ποδηλατοπορείες, εναλλακτικές εξόδους, λιγότερη κατανάλωση, καλλιτεχνικές δράσεις σε καταλήψεις, μια όλο και μεγαλύτερη ανάγκη εθελοντισμού. Αυτό είναι η εκδίκηση της φυσιολογικής ζωής, ένας θρίαμβος του κανονικού ανθρώπου.

    Το μέτρο, όμως, σπάνια συχνάζει στα μέρη μας. Και, πλέον, το βλέπεις στις συζητήσεις, στη συμπεριφορά, στα status updates στο Τwitter: Πίσω από τη δικαιολογημένη οργή για την αδικία των μέτρων, για την ανικανότητα των πολιτικών, για τους χιλιάδες λόγους για τους οποίους κάποιος έχει δικαίωμα να διαμαρτύρεται, κυριαρχεί το αγανακτισμένο lifestyle. Η αγανάκτηση είναι γενική, άκριτη, χωρίς αυτοκριτική, χωρίς λογική: Την ώρα που κατέρρεε η Imako, στα social media υπήρχε μια πλειοδοσία χαιρεκακίας, κακεντρέχειας, σχεδόν δικαίωσης για το τέλος αυτής της εποχής. Το lifestyle θεωρήθηκε υπαίτιο για το επίπεδο της οικονομικής ζωής, για το χάλι του δημόσιου διαλόγου, για τη μετατροπή της λέξης «κουλτούρα» σε βρισιά. Ελάχιστοι αναφέρθηκαν στην ανεργία των εργαζομένων της εταιρείας, οι περισσότεροι τη θεώρησαν μια δίκαιη τιμωρία σε όσους συμμάχησαν με την απατηλή λάμψη της ματαιοδοξίας. Οι περισσότεροι αρνήθηκαν ότι κάποτε διάβασαν ένα τέτοιο περιοδικό, η μπάλα πετάχτηκε στην εξέδρα, η ουσία χάθηκε, ο διάλογος μετατράπηκε, ως συνήθως, σε μια ακατάληπτη κραυγή. Η ρουτίνα του δημόσιου λόγου δηλαδή.

Κάθε εποχή έχει τους εκφραστές της. Την περίοδο που ο διορατικός – μέχρι το σημείο να πιστέψει ότι ήταν αλάνθαστος – επιχειρηματίας Κωστόπουλος εξέφρασε το lifestyle της κατανάλωσης, της γενίκευσης, της αδιακρισίας, της χλεύης προς οτιδήποτε «μη cool» και του χοντροκομμένου σεξισμού που σίγουρα κατέστρεψε πολλούς εφήβους που έγιναν μεσήλικοι μέχρι να καταλάβουν πως πήραν λάθος δρόμο στη ζωή τους, λάθος στον ερωτικό τομέα, μπορεί να μην υπήρχαν αρκετά λεφτά, αλλά υπήρχε η προσδοκία τους. Αυτή τη στιγμή κανείς δεν μπορεί να γράψει με επιτυχία ένα κείμενο για το πέος του – όπως γινόταν με φοβερή επιτυχία εκείνες τις εποχές. Υπάρχουν σημαντικότερα πράγματα από μια κουβέντα με τον καλύτερο φίλο ενός άνδρα. Και κάπου εδώ αρχίζει το νέο lifestyle.

Η υπερβολή, η ίδια που έκανε σημαία τον Κωστόπουλο, έχει μετατραπεί σε αγανάκτηση. Σίγουρα δικαιολογημένη, αλλά όχι από όλους. Οι έμπειροι, έξυπνοι, διορατικοί ή ίσως ιδιοτελείς, αυτοί που πιάνουν εύκολα τις μάζες, από άκριτοι καταναλωτές μετατρέπονται σε τιμητές των πάντων. Από καταναλωτές, σε επαναστάτες. Από φορείς της μαζικής κουλτούρας, σε θιασώτες ενός ολοκληρωτισμού με ενόχους, προδότες, πουλημένους και σωστούς διαδηλωτές. Τα πούρα δεν έχουν σημασία πια, τα στριφτά τσιγάρα κάνουν τη δουλειά τους. Ο Καρλ Μαρξ είναι το νέο τοπ μόντελ. Και όπως πάντα, θριαμβεύουν αυτοί που φωνάζουν πιο δυνατά, κάνουν τη λιγότερη αυτοκριτική και δεν ντρέπονται να τσαλαπατήσουν κάθε άποψη που δεν πιστεύει πως όλα είναι άσπρα και μαύρα. Και πάλι ρουτίνα.

Στην ουσία, όλα είναι κύκλος. Όπως μετά τη Μεταπολίτευση, όπου η πολιτική ήταν η μόδα, περάσαμε στα 90s, όπου η πολιτική ήταν βαρετή, έτσι και τώρα το νέο σέξι είναι η κραυγή – η υπερβολή της λογικής ενασχόλησης με τα κοινά, οι μεταπράτες της αγανάκτησης είναι οι νέοι ηγέτες του lifestyle. Το 1987, όταν το «Κλικ» ήταν στο τέταρτο τεύχος του και σημείωνε χαμηλές κυκλοφορίες, αποφάσισε να δώσει ως δώρο ένα προφυλακτικό, με αφορμή την αφόρητη υποκρισία με την οποία αντιμετωπιζόταν (και) τότε το AIDS. Σε λίγες μέρες ήταν η νέα μόδα. Ένα περιοδικό στις μέρες μας, για να γίνει μόδα, ίσως θα έπρεπε να δώσει μια ντουντούκα. Για να βοηθήσει πιο πολύ αυτούς που φωνάζουν τις βεβαιότητές τους πιο δυνατά από τους άλλους. Έτσι πήγαινε πάντα όμως…

Αναδημοσίευση, ΒΗΜΑ,  05/03/2012

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...